Σκονισμένα κιτάπια και παλιές περγαμηνές μιλούν για μια πόλη στις πύλες της Σαχάρας, κοντά στον Νίγηρα ποταμό, όπου Άραβες και Αφρικανοί αντάλλασσαν κάποτε αλάτι με χρυσό. Μια πόλη που ήταν περήφανη για τους 25.000 φοιτητές του πανεπιστημίου της, ενός από τα πρώτα του κόσμου, τον 12ο αιώνα. Μια πόλη μεγαλοπρέπειας και πλούτου με εντυπωσιακά "χωμάτινα" τζαμιά και πνευματική ζωντάνια. Έναν "φάρο" ανοχής και σοφίας περιτριγυρισμένο από δένδρα μάνγκο και τεχνητά κανάλια που δρόσιζαν τον αέρα.
Τον 19ο αιώνα, οι Ευρωπαίοι ξεψυχούσαν στην έρημο στην προσπάθειά της να φτάσουν εδώ ταξιδεύοντας επί ένα μήνα πάνω στις καμήλες. Στη σφαίρα της φαντασίας τους, το Τιμπουκτού ήταν ένας τόπος τόσο παράξενος κι εξωτικός που κάποιοι πίστευαν πως δεν υπάρχει καν.
Σήμερα, σκεπασμένο απ' την σκόνη του χρόνου και της ερήμου, ένα σχεδόν χρόνο μετά το πέρασμα των ισλαμιστών, την επιβολή της σαρία, την καταστροφή των αρχαίων μαυσωλείων και των ισλαμικών χειρογράφων, την νεοαποικιοκρατική επέμβαση των Γάλλων και την άφιξη των ΟΗΕδων, η πόλη τρεμοσβήνει.
Το τοπικό αεροδρόμιο έχει κλείσει, οι ένοπλες συμμορίες λυμαίνονται την περιοχή, και οι ελάχιστοι τουρίστες που την επισκέπτονται είναι αναγκασμένοι να κάνουν ένα επικίνδυνο οδικό ταξίδι σχεδόν 1000 χιλιομέτρων απ' την πρωτεύουσα του Μάλι, Μπαμάκο, περνώντας μέσα από περιοχές ανταρτών και πολεμάρχων. Η πόλη παρακμάζει οικονομικά, δημογραφικά και πνευματικά. Η ξηρασία, η ερημοποίηση, η κατάρρευση των θεσμών και δεκαετίες κακής διακυβέρνησης, έχουν μερίδιο ευθύνης. Όσοι δεν μπορούν να προσαρμοστούν, φεύγουν. Με κάθε μέσο και μ' ότι μπορεί ο καθένας να πάρει μαζί του. Σαν το καραβάνι της φωτογραφίας...