Έπαθε κρίση... υποχωρητικότητας η Άνγκελα Μέρκελ ή ενισχύθηκε χωρίς να το καταλάβουμε ο άξονας Ρώμης - Παρισιού; Τα μαντάτα που φτάνουν από το Βερολίνο ότι η γερμανική κυβέρνηση δεν ανθίσταται πλέον ενάντια στην τοποθέτηση του Γάλλου σοσιαλιστή πρώην υπουργού Οικονομικών Πιερ Μοσκοβισί στη θέση του Όλι Ρεν στη νέα Κομισιόν, ενώ και στη σύνοδο κορυφής του περασμένου Σαββάτου η Μέρκελ έδωσε τις ευλογίες της στην ιδέα του Ιταλού πρωθυπουργού Ματέο Ρέντζι να διοργανώσει μια έκτακτη σύνοδο στις αρχές Οκτωβρίου στη Ρώμη με μοναδικό αντικείμενο τις οικονομικές εξελίξεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε μια τέτοια σύνοδο θα συζητηθούν αναπόφευκτα όλα αυτά που η Μέρκελ θεωρεί ταμπού: η αμφισβήτηση, δηλαδή, του «φρένου χρέους», αλλά και ο σχεδιασμός νέων αναπτυξιακών προγραμμάτων με κοινοτικά λεφτά.
Αποφάσισε αίφνης το Βερολίνο να χαλαρώσει τα λουριά της λιτότητας ή απλά προσπαθεί να διατηρήσει την ίδια πολιτική, αλλά με περισσότερη διπλωματικότητα και δίνοντας την ευκαιρία στους ζορισμένους εταίρους της - κυρίως στους Γάλλους- να δείξουν στη δική τους κοινή γνώμη ότι καταφέρνουν να επιβάλλουν στην Ε.Ε. τα πρόσωπα που θέλουν;
Υπάρχουν ήδη κάποιες ενδείξεις ότι συμβαίνει το δεύτερο, καθώς το πράσινο φως στον Μοσκοβισί, ως επιτρόπου Οικονομικών και Νομισματικών Υποθέσεων, φαίνεται ότι συνδυάζεται με τη -συμφωνημένη με το Βερολίνο- απόφαση του νέου προέδρου της Κομισιόν Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, να ορίσει αντιπρόεδρό του -και έτσι άτυπο προϊστάμενο του Μοσκοβισί- τον Φινλανδό Γίρκι Κατάινεν, γνωστό για την επιμονή του στις πολιτικές λιτότητας. Επίσης, δεν ήταν τυχαία η πρόταση της Μέρκελ, πριν από μερικές μέρες, να αναλάβει την προεδρία του Eurogroup ο Ισπανός υπουργός Οικονομικών, Λουίς ντε Γκίντος, ο οποίος δεχόταν συχνά πυκνά τα συγχαρητήρια της Κομισιόν για την εμμονή του στη δημοσιονομική εξυγίανση. Βέβαια, οι υπουργοί Οικονομικών είναι αυτοί που θα αποφασίσουν για τον διάδοχο του Γερούν Ντάισελμπλουμ, αλλά το σήμα του Βερολίνου ήταν σαφές: Ναι, σε έναν Νότιο, αλλά στον πιο... ενάρετο οπαδό της λιτότητας.
Οι αποφάσεις της Συνόδου
Πάντως, στη Σύνοδο Κορυφής του περασμένου Σαββάτου, οι αποφάσεις για τη στελέχωση δύο εκ των κορυφαίων κοινοτικών θέσεων, σίγουρα δεν δυσαρέστησαν την ισχυρά κυρία της Ευρώπης. Την προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου αναλαμβάνει από 1ης Δεκεμβρίου, διαδεχόμενος τον Βέλγο Χέρμαν Βαν Ρομπάι, ο 57χρονος πρωθυπουργός της Πολωνίας Ντόναλντ Τουσκ, που θεωρείται ότι χαίρει της εκτίμησης και της εμπιστοσύνης της Μέρκελ. Ο Τουσκ είναι ο πρώτος από την ανατολική Ευρώπη που αναλαμβάνει τόσο κορυφαίο πόστο στην Ε.Ε. και είχε την αμέριστη στήριξη και του Βρετανού πρωθυπουργού Ντέιβιντ Κάμερον. Το δεύτερο πολυπόθητο πόστο, αυτό του ύπατου εκπροσώπου της Ε.Ε. στον έξω κόσμο, δόθηκε τελικά στην 41χρονη Ιταλίδα υπουργό Εξωτερικών Φεντερίκα Μογκερίνι, που θα διαδεχθεί τη Βρετανίδα βαρόνη Άστον, υπό την προϋπόθεση ότι θα πάρει το πράσινο φως και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η Μογκερίνι, εκτός από «υπουργός Εξωτερικών» της Ευρώπης θα είναι και αντιπρόεδρος της Κομισιόν - και η επιλογή της μπορεί να «πουληθεί» ως νίκη του Ματέο Ρέντζι.
Η επιλογή των Τουσκ και Μογκερίνι μπορεί να χαρακτηριστεί και ως επιτυχημένη άσκηση ισορροπίας, ανεξάρτητα από τις δεξιότητες των δύο αξιωματούχων - οι οποίες δεν έχουν πείσει τους πάντες. Ο Τουσκ είναι συντηρητικός, ανατολικός, φιλοατλαντιστής και ως Πολωνός κάτι παραπάνω από... επιφυλακτικός έναντι της Ρωσίας -ας όψεται η συγκυρία της ουκρανικής κρίσης-, ενώ η Μογκερίνι είναι σοσιαλδημοκράτισσα, γυναίκα, Νότια κι επιπλέον θεωρείται σχετικά φίλα προσκείμενη έναντι της Ρωσίας.
Περιμένοντας τον Ντράγκι
Η... μεγαλοθυμία του Βερολίνου, πάντως, εξαντλήθηκε στις επιλογές των προσώπων - αν και τα περισσότερα ήταν έμμεσα ή άμεσα και της δικής του επιλογής. Στο μείζον θέμα των ευρωπαϊκών δημοσίων επενδυτικών προγραμμάτων, η γερμανική κυβέρνηση εξακολουθεί να φρενάρει. Όταν την περασμένη εβδομάδα ο διοικητής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Μάριο Ντράγκι φάνηκε να φλερτάρει κι αυτός με την ιδέα τέτοιων προγραμμάτων, η Μέρκελ έσπευσε να του τηλεφωνήσει και να του ζητήσει να ξεκαθαρίσει εάν αίφνης η ΕΚΤ αποστασιοποιείται από την πολιτική της λιτότητας. Η απάντηση του Ντράγκι ήταν με τη σειρά του διπλωματική: βεβαίως θεωρεί ότι απαιτούνται αναπτυξιακά προγράμματα, χωρίς ωστόσο να παραμεληθούν, κυρίως από τις χώρες της κρίσης, οι διαρθρωτικές αλλαγές που τόσο αρέσουν στο Βερολίνο.
Το αδύναμο ευρώ
Πάντως, για την ώρα ο Ντράγκι με τις κινήσεις του κάνει ό,τι μπορεί -ακόμη κι αν δεν το παραδέχεται επισήμως- για να ρίξει την ισοτιμία του ευρώ έναντι του δολαρίου, όπως επιθυμούν οι περισσότερες χώρες της Ευρωζώνης, της Γερμανίας εξαιρουμένης. Αυτές τις μέρες η ισοτιμία είναι 1,31 δολάρια και σύμφωνα με τις προγνώσεις της Goldman Sachs αναμένεται να πέσει στο 1,25 δολ. μέσα στο επόμενο εξάμηνο. Ανάλογες είναι οι εκτιμήσεις της JP Morgan, ενώ και η γερμανική Commerzbank εκτιμά ότι η ισοτιμία του ευρώ θα συνεχίσει να πέφτει, κυρίως εξαιτίας των κινδύνων που επιφέρει η κρίση στην Ουκρανία και οι κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας. Το αν η ΕΚΤ θα επέμβει ή όχι και με ποιον τρόπο μένει να φανεί στη συνεδρίαση του διευθυντηρίου της την Πέμπτη.