Live τώρα    
Γιάννης Ιωαννίδης: ο ηγέτης με καρδιά αγγέλου και μυαλό δαίμονα
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Γιάννης Ιωαννίδης: ο ηγέτης με καρδιά αγγέλου και μυαλό δαίμονα

Ο Γιάννης Ιωαννίδης με τον Γκάλη και άλλους παίκτες του Άρη και το Κύπελλο μετά από αγώνα μπάσκετ
INTIME

Προληπτικός, ευέξαπτος, δογματικός, συγκρουσιακός, αυστηρός, απαιτητικός και τελειομανής. Φαινόταν να λατρεύει να διχάζει!

Μπορεί και να σας κουράσουν οι δημοσιεύσεις αποχαιρετισμού για τον «Ξανθό» Γιάννη Ιωαννίδη. Αυτό που μας προσφέρουν αυτές τις ώρες είναι η δημόσια εικόνα/ταυτότητα που δημιούργησε συστηματικά ο ίδιος. Ήξερε να κρύβεται καλα και πιθνά όσα ξέρουμε γι’ αυτόν να είναι μόνο όσα έχει επιτρέψει ο ίδιος να  διαρρεύσουν.

Οι δημόσιες τοποθετήσεις του ήταν συνήθως απλοϊκές και εκλαϊκευμένες όμως στην καθημερινότητά του διαχειριζόταν σύνθετα και πολύπλοκα ερωτήματα. Δεν ήταν μόνο προπονητής.

Αλήθεια όμως, εσείς πως θα χαρακτηρίζατε έναν άνθρωπο που έπεισε επιχειρηματίες να βάλουν εκατοντάδες εκατομμύρια στο ερασιτεχνικό άθλημα του μπάσκετ; Που οραματίστηκε και κατάφερε να παίξουν με επιτυχία στην ίδια ομάδα οι μεγαλύτεροι σταρ του αθλήματος; Που γινόταν ένα με τους χιλιάδες οπαδούς των ομάδων που υπηρέτησε; Που ενέπνευσε γενιές νέων προπονητών και παραγόντων και εκπαίδευσε αθλητές στο να γίνουν επαγγελματίες;

Οι έντονες αντιδράσεις του, τα ξεσπάσματα και οι συμπεριφορές του στον αγώνα του για τη νίκη, έγινε η τροφή στις ειρωνείες και στα σχόλια όσων ήθελαν να τον πληγώσουν για τις ήττες. Και με κάποιο τρόπο το κάνουν και σήμερα κατά τον αποχαιρετισμό του. Ο Ξανθός δεν επέλεξε να απεμπλακεί ποτέ από αυτό και συνέχιζε να υπερασπίζεται ξεχασμένες ήττες και καταστάσεις από τους πολλούς, σαν να τις ζούσε ξανά κάθε στιγμή.

Ακροβατώντας στη λεπτή κόκκινη γραμμή που διαχωρίζει τον επαγγελματία από τον ερασιτέχνη, παρέδιδε τα σακάκια του, έκανε ενστάσεις για να καθυστερήσει το παιχνίδι, τσακωνόταν, αλληλεπιδρούσε με τους οπαδούς, χειροδικούσε και έβγαινε εκτός εαυτού υπό τον φόβο της ήττας. Ποιος; Ο πολυνίκης Έλληνας προπονητής! Ο άνθρωπος που σπάνια γνώριζε την ήττα σε εθνικούς και ευρωπαϊκούς αγώνες!

Ο Γιάννης Ιωαννίδης δεν ήταν τέλειος όπως δεν ήταν (είναι;) και το άθλημα που υπηρετούσε.

Βαθιά συναισθηματικός και ευαίσθητος, παρουσίαζε τον εαυτό του ώς αδικημένο και ριγμένο από τα χρόνια τους ως αθλητής. Τον αδίκησαν και ευθύνονταν άλλοι για τις αποχωρήσεις του από τις ομάδες. Από τις ομάδες που ο ίδιος ανέστησε και έκανε σπουδαίες!

Ο Ξανθός ήταν ένας από τους πολλούς. Ήταν ένας από εμάς. Ήταν σαν και εμάς.

Οι περισσότεροι άνθρωποι αντιμετωπίζουμε δύσκολες και προκλητικές καταστάσεις προβάλλοντας στους άλλους το θυμό. Θυμώνουμε για να αμυνθούμε όταν αισθανόμαστε ότι απειλούμαστε καθώς και για να επιτεθούμε προστατεύοντας τη δική μας ζωή ή και άλλων σημαντικών για εμάς.

Ο εγκέφαλος του Ξανθού αντιμετώπιζε τα πάντα ως μάχες. Τις έδωσε όλες και δεν απέφυγε καμία. Αυτό είναι κουραστικό, εξαντλητικό και επίπονο για κάθε άνθρωπο θα μας συμβούλευαν ψυχολόγοι και νευροεπιστήμονες.

Πώς να βίωνε άραγε τις χαρές του για τις νίκες; Πως να καμάρωνε για την αποδοχή και το σεβασμό από τη μεγάλη πλειοψηφία; Πώς να βίωνε και μοίραζε θετικά συναισθήματα; Πώς να πανηγύριζε για τα σπουδαία επιτεύγματά του; Δεν θα το μάθουμε ποτέ.

Πριν οραματιστεί και δημιουργήσει την ομάδα όλης της Ελλάδας, τον Άρη Θεσσαλονίκης, είχε αποφασίσει να οραματιστεί και να δημιουργήσει από την αρχή τον ίδιο του τον εαυτό.

Ορφανός από πατέρα, ο Δημήτρης Δαϊτσης, δημιούργησε τον Γιάννη Ιωαννίδη και με αυτό το όνομα έγινε γνωστός στην παγκόσμια κοινότητα του μπάσκετ. Σκεφτείτε, τι θα έκανε εσάς να αλλάξετε τόσο το όνομα που σας έδωσαν οι γονείς σας όσο και το επίθετό σας;

Αυτές τις ημέρες θα διαβάσετε για τις μεγάλες ήττες του Ξανθού, τα ξεσπάσματα και τις ιδιοτροπίες του. Όμως, οι αγώνες που έδιναν οι ομάδες του συσπείρωναν τους ανθρώπους, προκαλούσαν θετικά συναισθήματα και έκαναν τους Έλληνες να λατρέψουν το μπάσκετ. Οι νίκες που πέτυχε ήταν επικές και πολύ μεγαλύτερες από την πραγματική δυναμική του αθλήματος στη χώρα μας εκείνες τις εποχές.

Άλλωστε, τις μεγαλύτερες ήττες στην επαγγελματική του σταδιοδρομία ο “Ξανθός” δεν τις έζησε στα γήπεδα. Εκεί ήξερε για τα καλά τις παθογένειες και τις αδυναμίες του συστήματος και φρόντιζε να τις χειρίζεται πρώτος προς όφελος των ομάδων του.  Αυτό άλλωστε δεν προσπαθούν να κάνουν ακόμα και σήμερα οι γόνοι πλούσιων οικογενειών που διαφεντεύουν το άθλημα;

Στο μπάσκετ είχε τον έλεγχο. Δεν τον είχε στην πολιτική.

Η παρουσία του στην πολιτική δεν προκάλεσε θαυμασμό και συσπείρωση. Στη Θεσσαλονίκη την πόλη που μεγάλωσε και έκανε γνωστή μέσω του Άρη σε όλη την Ευρώπη, γνώρισε πρωτοφανείς (σε σχέση με την προπονητική του καριέρα) πολιτικές ήττες και απαξίωση.

Η λαϊκή ρήση «Τα καλά του Γιάννη τα θέλουμε», τον Γιάννη δεν τον θέλουμε ταιριάζει γάντι στην πολιτική σχέση του Ξανθού με την πόλη του.

Η πολιτική απαιτεί ευελιξία, αποτελεσματική διαχείριση συγκρούσεων, συμβιβασμούς και συχνή δημόσια προβολή. Δύσκολο έργο για τον άνθρωπο που ήρθε σε σύγκρουση με όλους τους στενούς του συνεργάτες, που έδινε συνεντεύξεις και αυτόγραφα μόνο στο τέλος της κάθε αγωνιστικής χρονιάς και που παρουσίαζε τη νίκη με κάθε μέσο ως αυτοσκοπό.  

Εξαπατήθηκε; Πίστευε ότι μπορούσε στο οικογενειοκρατικό και γεμάτο μυστικά πολιτικό σύστημα να επιβληθεί;  Περίμενε τρία χρόνια για να αναλάβει υπουργείο και έτσι έχασε την ευκαιρία να απολαύσει επιτυχίες με την πιο πετυχημένη γενιά αθλητών μετά από αυτή του 1987. Ανέλαβε ξανά υπουργείο στα χρόνια των μνημονίων και τέλος έδωσε μια από την αρχή χαμένη μάχη από εσωκομματικό υποψήφιο σε Περιφερειακές εκλογές. Στην πολιτική ο Ξανθός ήταν έξω από τα νερά του.

Χαμογελαστός και με εξωστρέφεια  από το 2015 όταν και έβαλε τέλος στην πολιτική του καριέρα γυρνούσε όλη την Ελλάδα ως προπονητής ομάδας βετεράνων, τιμούσε τους συνοδοιπόρους του από το μαγικό του ταξίδι στο μπάσκετ  και έδινε το παρών όπου τον είχαν ανάγκη. Προσιτό και με πρωτοφανή γλυκύτητα τον συνάντησα το 2017. Με αγκάλιασε και με φίλησε σαν να με ήξερε. Παραξενεύτηκα.  Προσπάθησα να τον ρωτήσω πως πέτυχε όλα αυτά τα σπουδαία αλλά μας διέκοψαν οι οπαδικές ερωτήσεις για τον Τάρπλεϊ, το σέρβικο λόμπι, την ήττα στο Τελ Αβίβ και στο Μιλάνο. Το πρόσωπό του άλλαξε και υπερασπίστηκε σαν να ήταν η τελευταία του μάχη τον εαυτό του και τις επιλογές του.

Ήταν ανθεκτικός. Κυριάρχησε για 20 χρόνια ως προπονητής και ήταν νικητής σε διαφορετικές περιόδους του αθλήματος. Με διαφορετικές ομάδες και με διαφορετικές γενιές αθλητών.

Είτε με το “showtime” του Αρη και ενίοτε του Ολυμπιακού, είτε με την αρπαγή σπουδαίων νικών σε εκτός έδρας αγώνες, οι ομάδες που έφτιαξε πετύχαιναν το βασικό στόχο του επαγγελματικού αθλητισμού που δεν είναι άλλος από τη διασκέδαση του κοινού.

Βοηθούσε κρυφά τους άλλους και δεν ήθελε να μαθευτεί ποτέ τίποτα. Ακόμα, και όταν έβαλε χρήματα από τη τσέπη του και οργάνωσε σχέδιο σωτηρίας για τον αγαπημένο του Άρη.

Μακάρι να τον είχαμε εκμεταλλευτεί όσο τον είχαμε κοντά μας για να τον ρωτήσουμε με λεπτομέρειες τα μυστικά της επιτυχίας του. Δεν πέτυχε επειδή φόραγε το ίδιο σακάκι, χτυπούσε στο ίδιο σημείο το αυτοκίνητό του πριν τους αγώνες και έβαζε ανάποδα ένα κενό πινακάκι στην καρέκλα που καθόταν. Θα μπορούσε να μας μοιραστεί τρόπους για να διεκδικήσουμε με όραμα στη ζωή και στην εργασία μας νίκες, διακρίσεις και μακροβιότητα.

Ο ίδιος γνωρίζει αν έφτασε όπου ήθελε στη ζωή. Σίγουρα έφτασε μακριά και σε αυτό το ταξίδι δεν ήταν μόνος. Μαζί του παρέσυρε και εμάς. Και το έκανε αυτό ως πραγματικός ηγέτης με όραμα.  Το δικό του όραμα φώτισε και ωφέλησε τις ζωές πολλών ανθρώπων.

Οι ήρωες των παιδικών μας χρόνων μας αποχαιρετούν. Μας θυμίζουν τα παιδικά μας χρόνια, μας συγκινούν και μας παρακινούν άθελά τους να ζήσουμε με πάθος, αφοσίωση και υψηλή ενέργεια τη ζωή μας.

Σε Ευχαριστώ! Σε Ευχαριστούμε!

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0