Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

In parmenidem parvi comentarii

Mladen Dolar

(Απόσπασμα του κειμένου που δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Helios στις 22 Μαρτίου 2004)

Μετάφραση: Αλέξανδρος Δασκαλάκης

 

«Ασφαλώς το μεγαλύτερο έργο τέχνης της αρχαίας διαλεκτικής». Μ’ αυτό τον τρόπο περιγράφει ο Χέγκελ, σ’ ένα διάσημο απόσπασμα από τον Πρόλογο της Φαινομενολογίας του Πνεύματος, τον πλατωνικό Παρμενίδη. «Μια περίεργη ψυχαναλυτική πρωτοπορία» λέει ο Λακάν για τον ίδιο διάλογο. Ποιο είναι το στοιχείο αυτό, σ’ ένα τόσο πολύπλοκο και δύσκολο κείμενο, που στηρίζει τέτοιου είδους κρίσεις; Για ό,τι αφορά στον δικό μας στόχο: γιατί αυτό το «έργο τέχνης» είναι σχετικό και μάλιστα καθοριστικό για την ψυχαναλυτική θεωρία; Μπορεί η ψυχανάλυση να φωτίσει εκ νέου αυτό το κείμενο, το οποίο είναι αντικείμενο ερμηνείας εδώ και 2.500 χρόνια προκαλώντας έναν παροιμιώδη χείμαρρο ερμηνειών, και να προσθέσει κάτι καινούργιο;

Ο Λακάν στο σεμινάριο «…ή χειρότερα» […ou pire (1971-72)] περνάει πολύ χρόνο πλέκοντας το αξίωμα «Υπάρχει Ένα» (Y a del’Un). Στη σύντομη περίληψη που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Scilicet, το 1975, λέει:

«Δεν ασχολήθηκα με τη σκέψη του Ενός (pensée del’Un)· όμως, παίρνοντας το αξίωμα ‘Υπάρχει Ένα’ ως σημείο εκκίνησης, το ακολούθησα σύμφωνα με τους όρους τής χρήσης του έτσι ώστε να κάνω ψυχ-ανάλυση μ’ αυτό. Αυτό, από μια περίεργη πρωτοπορία (par une curieuse avant-garde), βρίσκεται ήδη στον πλατωνικό Παρμενίδη. Πρότεινα αυτό το ανάγνωσμα στο κοινό μου, όμως το διάβασε κανείς;».

Ο Παρμενίδης, ο οποίος χρονολογείται από το 370 ώς το 367 π.Χ., ανήκει στη λεγόμενη μεσαία περίοδο του Πλάτωνα (αν θέλουμε να ακολουθήσουμε την κλασική περιοδολόγηση) μαζί με τον Θεαίτητο, τον Σοφιστή και την Πολιτεία. Σύμφωνα με τις ενδείξεις που δίνει ο ίδιος ο Πλάτωνας [Θεαίτητος 183e, Σοφιστής 217c], ο διάλογος είναι ο πρώτος αυτής της σειράς και οι υπόλοιποι θα πρέπει να ιδωθούν ως συνέχειά του (σημείο στο οποίο θα επιστρέψω). Η φήμη του Παρμενίδη πηγάζει από δύο αντικρουόμενες αντιδράσεις. Από τη μία, χρησιμοποιήθηκε εκτενώς από τους Νεοπλατωνικούς, οι οποίοι τον χρησιμοποίησαν, όπως ήταν, σαν μυθικό ιερό κείμενο· σαν υπόδειγμα φιλοσοφικού και θεολογικού βάθους και τελειότητας· σαν την αποκάλυψη της θείας ουσίας μέσα από μια σειρά επάλληλων εκπορεύσεων – ό,τι ο Χέγκελ αποκάλεσε «παρεξηγημένη έκσταση» και ο Λακάν «Νεοπλατωνική σύγχυση». Από την άλλη, το κείμενο είναι τόσο παράξενο και περίεργο που προκαλούσε το αντίθετο αποτέλεσμα – όχι τη μυθική έκσταση, αλλά δυσφορία, κατάπληξη, δυσπιστία, η οποία συχνά έπαιρνε τη μορφή σοβαρής αμφιβολίας ως προς την αυθεντικότητα του κειμένου. Ο Ueberweg, η μεγάλη αυθεντία τού 19ου αιώνα για την ιστορία της φιλοσοφίας (η ιστορία του αποτελούσε το πιο διαδεδομένο εγχειρίδιο επί έναν σχεδόν αιώνα), πίστευε πως αυτό το αξιοπερίεργο (τερατούργημα;) δεν θα μπορούσε να προέρχεται από το ίδιο το χέρι του Πλάτωνα και πολλοί ακολούθησαν τη γνώμη του. (Η αυθεντικότητα του διαλόγου είναι καθολικά αποδεκτή πλέον.) Άλλοι, λιγότερο ριζικά, πίστευαν πως τα δύο μέρη του διαλόγου δεν θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί μαζί ή πως θα έπρεπε να υπάρχει κάπου και ένα χαμένο τρίτο μέρος, το οποίο θα έβαζε μια τάξη στα πράγματα και θα έδινε νόημα στο σύνολο του διαλόγου.

Τέτοιου είδους φιλολογικές αναζητήσεις καθοδηγούνται από μιαν αγωνία απέναντι στην παρεκκλίνουσα φύση του διαλόγου. Υπάρχουν δύο βασικές πηγές γι’ αυτή την αμηχανία, οι οποίες μοιράζονται στα δύο μέρη του διαλόγου:

Α. Πώς μπόρεσε ο Πλάτων, στο πρώτο μέρος του Παρμενίδη, να γράψει κάτι που μοιάζει να είναι μια ριζική κριτική στη δική του θεωρία των ιδεών και ως εκ τούτου να προβλέπει το κύριο μέρος των μεταγενέστερων αριστοτελικών αντιρρήσεων; Ο Πλάτων φαίνεται πως ήταν καλύτερος κριτής του εαυτού του απ’ ό,τι όλοι οι μεταγενέστεροι κριτικοί του, αφού ήταν ικανός να τους κερδίσει σ’ αυτό, να προβλέψει τη στρατηγική τους, να τους ξεπεράσει. Ποιο είναι το νόημα αυτής της αυτοκριτικής, αν περί αυτού πρόκειται;

Β. Και γιατί ο Πλάτων, στο δεύτερο μέρος του διαλόγου, ασχολείται με μια λογική άσκηση η οποία φαινομενικά δεν έχει νόημα ή δεν προσφέρει έστω κάτι που να προσεγγίζει μια ικανοποιητική απάντηση; Επιπλέον, αυτό το μέρος δεν δίνει πραγματική απάντηση στη σκληρή κριτική του πρώτου μέρους ούτε δίνει κάποιο στοιχείο ή σαφή απάντηση στις φαινομενικά αξεπέραστες δυσκολίες που προκύπτουν (ή μήπως δίνει;) Και πώς πρέπει να κατανοήσουμε το τέλος του διαλόγου, το οποίο δεν μοιάζει με οτιδήποτε άλλο στην ιστορία της φιλοσοφίας – την ασύγκριτη στιγμή του παράδοξου, ή της ανοησίας;

«Ας έχει λοιπόν ειπωθεί αυτός ο λόγος [αν το Ένα δεν υπάρχει, τίποτα δεν υπάρχει] και ακόμα τούτο: είτε το Ένα υπάρχει, είτε δεν υπάρχει, αυτό και τα άλλα είναι και δεν είναι, φαίνονται να είναι και δεν φαίνονται να είναι επιδεκτικά όλων των προσδιορισμών τους, τόσο σε σχέση με τον εαυτό τους όσο και σε σχέση με τα άλλα. – Αληθέστατα.» (Παρμενίδης 166c)

Είναι αυτό κατάληξη; Είναι δυνατόν να τελειώνει έτσι ένας διάλογος του Πλάτωνα; Μήπως ο Πλάτων μας κοροϊδεύει; Μπορεί κάποιος να συνεχίσει μετά απ’ αυτό; Πρέπει να πάρουμε το τέλος στα σοβαρά σαν διακήρυξη φιλοσοφικής πίστης; Δεν μοιάζει πολύ με το κυρίαρχο παράδειγμα της σοφιστικής υπερβολής, την οποία πολέμησε ο Πλάτων σε όλη του τη ζωή; Για να συνοψίσουμε, ο Πλάτων εμφανίζεται πιο αριστοτελικός από τον Αριστοτέλη και πιο σοφιστής από τους Σοφιστές.

Η αρχή του έργου, όπως συμβαίνει πάντοτε με τον Πλάτωνα, γίνεται με περίεργο τρόπο. Ο διάλογος ανοίγει μ’ έναν πολύπλοκο ιστό μετατοπίσεων: Ο Κέφαλος φτάνει με τους φίλους του, φιλοσόφους από τις Κλαζομενές, στην Αθήνα όπου συναντάνε τυχαία τον Αδείμαντο και τον Γλαύκωνα (τ’ αδέρφια του Πλάτωνα). Με τη βοήθεια του Αδείμαντου προσπαθούν να εντοπίσουν τον Αντιφώντα, τον μητρικό ετεροθαλή αδερφό του Αδείμαντου, ο οποίος ήταν πολύ καλός φίλος του Πυθόδωρου· ο Πυθόδωρος με τη σειρά του ήταν παρών στα νιάτα του στη σπουδαία συζήτηση που είχαν ο Σωκράτης, ο Ζήνων και ο Παρμενίδης, την οποία απομνημόνευσε πλήρως. Ο Αντιφώντας, στον οποίο ο Πυθόδωρος διηγήθηκε την όλη ιστορία, την απομνημόνευσε επίσης· γι’ αυτό ο Κέφαλος και οι φίλοι του θα ήθελαν να την ακούσουν απ’ αυτόν. Συνεπώς στην αρχή αυτό που έχουμε είναι μια φήμη. Ο διάλογος έπρεπε να διασχίσει την απόσταση του χρόνου και του χώρου· τον ιστό των διαμεσολαβήσεων και των μεταδόσεων· από στόμα σε στόμα· από μνήμη σε μνήμη· από γενιά σε γενιά, έτσι ώστε να φτάσει στον Πλάτωνα, ο οποίος δεν είναι παρά ο μεταγραφέας, ο άνθρωπος που κρατάει σημειώσεις. Το αρχικό σπουδαίο γεγονός γίνεται αρχικό, σπουδαίο και γεγονός από τον αναδρομικό ιστό των μεταδόσεων ο οποίος το παράγει σαν πηγή και σαν πολύτιμο αγαθό. Ο Πλάτων είναι ο τελευταίος κρίκος της αλυσίδας· ο πιστός χρονικογράφος· ο παραλήπτης μιας από καιρό σταλμένης επιστολής, η οποία φτάνει επιτέλους στον προορισμό της και την οποία ο Πλάτων ξαναστέλνει σε μας. Ο Πλάτων είναι ο φορέας ο οποίος δεν γράφει εξ ονόματός του αλλά πήρε το ρίσκο να σπάσει τα μάγια· να μετατρέψει τον ιδεατό χαρακτήρα της εγγραφής σε μνήμη και την κυκλοφορία από στόμα σε στόμα στην υλικότητα του γράμματος (και μ’ αυτό τον τρόπο να το καταστρέψει;) – βήμα το οποίο ο Σωκράτης δεν τόλμησε ποτέ να κάνει ή ήταν αρκετά γενναίος για να το αποφύγει. Το γράμμα στηρίζεται από την προηγούμενη ιστορία της φωνής και της μνήμης και χωρίς αυτήν την προϊστορία θα έχανε την ουσία και τη συνοχή του. Δεν μπορεί κάποιος να ξεκινήσει μόνο με το γράμμα, επειδή πρέπει να βασιστεί στο μυθικό ίχνος της φωνής που φέρει εντός του· ίχνος το οποίο προικίζει το γράμμα με αυθεντία και το ριζώνει σε μια αδύνατη παρουσία.

Στοιχεία που αντλούμε από τη διήγηση του Πλάτωνα μας υποδεικνύουν πως τα υποτιθέμενα γεγονότα συνέβησαν γύρω στο 450 π.Χ, δηλαδή ογδόντα χρόνια περίπου πριν από τη συγγραφή του διαλόγου· ωστόσο, όλοι οι ερμηνευτές για μια φορά συμφωνούν ομόφωνα πως αυτή η συνάντηση είναι φανταστική (πράγματι, η παράξενη στρατηγική του Πλάτωνα με την υιοθέτηση της τριπλής πλαισίωσης της αφήγησής του μπορεί να διαβαστεί σαν υπόδειξη ότι μας παρουσιάζει ένα προϊόν μυθοπλασίας). Οι πρωταγωνιστές φαίνεται πως είναι μια μάλλον φανταστική συμπύκνωση της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, μια ομάδα-όνειρο· όχι μόνο οι Προσωκρατικοί (Παρμενίδης, Ζήνων) συναντούν τον Σωκράτη, χωρίς να γνωρίζουν ακόμα πως είναι Προσωκρατικοί και πως αυτή θα είναι η ιστορική τους μοίρα, αλλά έχουμε επίσης και έναν Αριστοτέλη, έναν νεαρό ο οποίος ενεργεί σαν βοηθός του Παρμενίδη κατά τη λογική του άσκηση και ο οποίος επελέγη για τον ρόλο αυτό εξαιτίας της νεανικής του ηλικίας και της απειρίας του. Ο θρύλος λέει πως ο Αριστοτέλης (ο «πραγματικός») προσβλήθηκε τόσο πολύ από τη χρήση του ονόματός του σ’ αυτόν τον διάλογο ώστε να μην τον αναφέρει ποτέ σε ολόκληρο το έργο του (αν και κάποιος μπορεί να βρει κειμενικές ομοιότητες, όπως έδειξε ο Auguste Dies, ώστε να αποκρύψει την εκτεταμένη χρήση των επιχειρημάτων του ίδιου του Πλάτωνα ενάντια στη θεωρία των ιδεών). Αλλ’ αυτό το κείμενο περιβαλλόταν πάντοτε από θρύλους.

Όμως, σαν να μην ήταν αυτός ο λαβύρινθος των μετατοπίσεων αρκετός, ο ίδιος ο διάλογος ξεκινάει τρόπον τινά με ένα απόν κείμενο, έναν μη-τόπο. Ο Ζήνων μόλις έχει τελειώσει την ανάγνωση της εργασίας του για τα πολλά και μπορούμε μόνο να υποθέσουμε το περιεχόμενό της με βάση τις αντιρρήσεις που εκφέρει ο Σωκράτης. Ο Ζήνων υποστήριξε, σε γενικές γραμμές, πως δεν υπάρχουν τα πολλά, αντίθετα απ’ ό,τι φαίνεται, επειδή εάν υπήρχαν τότε θα ήταν αντιφατικό αφού θα ήταν ταυτόχρονα όμοια και ανόμοια με τον εαυτό τους κ.λπ. Ο Ζήνων φαίνεται πως επιχειρηματολόγησε υπέρ της βασικής ελεατικής θέσης για την ύπαρξη του Ενός και το έκανε εφαρμόζοντας την εις άτοπον απαγωγή, δηλαδή αποδεικνύοντας τον παραλογισμό της αντίθετης υπόθεσης. Εάν η θέση για την ύπαρξη του Ενός λέγεται συχνά πως είναι αντιφατική, τότε η αντίθετη υπόθεση είναι ακόμα περισσότερο.

Η αντίρρηση του Σωκράτη σ’ αυτό το επιχείρημα υπογραμμίζει και συμπυκνώνει το βασικό ζήτημα: τον διπλασιασμό της τάξης των ιδεών και την πολλαπλότητα των πραγμάτων. Ο Σωκράτης υποδεικνύει πως οι αντιφάσεις μπορούν τάχα να εξαφανιστούν με έναν συμβιβασμό· για παράδειγμα, ο ίδιος είναι κατά κάποιον τρόπο πολλαπλός, αφού κάποιος μπορεί να διακρίνει τις διαφορετικές του ιδιότητες, ενώ την ίδια στιγμή ο ίδιος αριθμητικά είναι ένας (ειδάλλως το ακροατήριο δεν θα ήταν μια παρέα επτά ατόμων αλλά έξι). Η αντίφαση ανάμεσα στο Ένα και στα πολλά μπορεί έτσι να αναιρεθεί· δεν είναι καθόλου παράξενο ένα πράγμα να είναι υπό μίαν έννοια ένα, στο μέτρο που συμμετέχει στην ενικότητα, ενώ υπό άλλες να είναι πολλά, καθώς συμμετέχει στην πολλαπλότητα. Κάθε πράγμα συμμετέχει σε πολλές ιδέες· όμως αυτό που παραμένει ασύλληπτο είναι μια πιθανή αντίφαση μέσα στο βασίλειο των ιδεών (Παρμενίδης, 129c). Συνεπώς, κάθε πράγμα μπορεί να αποδειχτεί πως είναι την ίδια στιγμή ένα και πολλά χωρίς αντίφαση· όμως αυτό δεν σημαίνει πως το Ένα περιέχει στον εαυτό του τα πολλά και αντίστροφα. Η ενικότητα και η πολλαπλότητα μπορούν εύκολα να διακριθούν στα πράγματα, επειδή οι μορφές τους είναι διακριτές και μη-αντιφατικές. Όμως τα πάντα θα κατέρρεαν και θα ακολουθούσε μεγάλη καταστροφή αν αποδεικνυόταν πως υπάρχει αντίφαση στις ίδιες τις ιδέες. Τα πράγματα μπορούν να έχουν αντιφατικές ιδιότητες, αλλά όχι οι ιδέες, το καθεστώς των οποίων εξαρτάται από τη μονοσήμαντη κατηγόρηση. Το πρόβλημα φαίνεται να λύνεται με κομψότητα κάνοντας αυτή την αυστηρή διάκριση· όμως τώρα μετατίθεται στο ερώτημα για το πώς τα πολλά και μεταβλητά πράγματα μπορούν να συμμετέχουν στον μη-αντιφατικό και αμετάβλητο τόπο των ιδεών.

[…] Στον επακόλουθο διάλογο ανάμεσα στον Παρμενίδη και στον Σωκράτη γινόμαστε μάρτυρες μιας εντυπωσιακής σκηνής όπου ο Σωκράτης –ο οποίος αργότερα θα μετέβαλλε με μαεστρία και τέχνη τη γνώμη των συνομιλητών του με την ικανότητά του να υπερισχύει στον στοχασμό έναντι οιουδήποτε– βρίσκεται στη θέση του αδαούς μαθητή· του αρχάριου, ο οποίος, καθώς είναι ακόμα αδέξιος στον στοχασμό του, μπερδεύεται εύκολα και πέφτει συνεχώς σε αντιφάσεις, χωρίς να μπορεί να σκεφτεί μέχρι τέλους τις συνέπειες της ίδιας του της σκέψης. Η ίδια η ιδέα της συμμετοχής (μέθεξις), ο ακρογωνιαίος λίθος της πλατωνικής θέσης, φαίνεται να γίνεται κομμάτια μπροστά στα μάτια του· ενώ ο ίδιος στέκεται ανήμπορος καθώς η συγκεκριμένη ιδέα φανερώνεται πως είναι επισφαλής, διαβρωμένη, πορώδης και χωρίς χρήση. Το πρώτο μέρος είναι μια αργή και σίγουρη οδός προς την ήττα του Σωκράτη.

[…] Σ’ αυτό το σημείο έχουμε φτάσει σε αδιέξοδο. Εάν ο Παρμενίδης προσπαθεί να αναδείξει τις αντιφάσεις που διέπουν τη θεωρία της συμμετοχής, ο στόχος του δεν είναι να υποβαθμίσει την πραγματικότητα όλων των μορφών. Η συμμετοχή μπορεί να έχει σοβαρά προβλήματα, όμως η αντίθετη θέση στην οποία φαίνεται να καταλήγει το επιχείρημα αποδεικνύεται και η ίδια αδιέξοδη. Η ριζική αδυναμία σύλληψης των ιδεών οδηγεί στην αδυναμία της ίδιας τής σκέψης· της ίδιας τής γλώσσας, στην έκλειψη του λόγου· επειδή μόνο οι ιδέες μπορούν να επιτρέψουν κάθε ονομασία και κάθε κατηγόρηση· εάν αποσύρονταν, θα βρισκόμασταν σ’ ένα αδιαφοροποίητο χάος ή στο κενό. Ακόμα κι αν οι αντιφάσεις που παρουσιάζει η θεωρία της συμμετοχής φαίνονται αξεπέραστες, οι ιδέες είναι το μόνο στήριγμα της σκέψης μας. Δεν μπορούμε να τις προσεγγίσουμε αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα χωρίς αυτές. Άρα πώς μπορούμε να ξεφύγουμε απ’ αυτόν τον φαύλο κύκλο;

Μπροστά σ’ αυτό το αδιέξοδο, ο Παρμενίδης, δεν προσφέρει μια καθαρή ή πρακτική λύση. Αυτό που προτείνει είναι περίεργο: μια διαλεκτική άσκηση με στόχο όχι να βρει απάντηση, αλλά να εξετάσει όλες τις λογικές πιθανότητες· να ερευνήσει όλες τις λογικές υποθέσεις και να συναγάγει χωρίς φόβο όλες τις συνέπειες, όσο ακραίες και απίθανες κι αν φαντάζουν. Επιπλέον: «…δεν πρέπει μόνο να υποθέτεις την ύπαρξη του αντικειμένου και έπειτα να εξετάζεις τις συνέπειες που προκύπτουν από την υπόθεση αλλά πρέπει να υποθέτεις επίσης την ανυπαρξία του ίδιου αντικειμένου» (Παρμενίδης, 136a). Η διαλεκτική άσκηση πρέπει να είναι ικανή να στηρίζει το μη-είναι κάθε αντικειμένου και να το τοποθετεί στο ίδιο επίπεδο με το είναι του. Κάθε πράγμα πρέπει να εξετάζεται στο πλαίσιο της πιθανής του απουσίας· η παρουσία και η απουσία πρέπει να τοποθετηθούν στο ίδιο επίπεδο και οι συνέπειές τους να εξεταστούν με ψυχρότητα, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι συνήθειες της σκέψης και τα δεδομένα της αντίληψης. Μόνο αν μια τέτοια άσκηση φτάσει μέχρι το τέλος μπορεί, ίσως, να δείξει τον δρόμο που οδηγεί έξω από τη δύσκολη θέση της αρχικής συζήτησης.

[…] Η λογική άσκηση που προτείνει ο Παρμενίδης αφορά στο ζήτημα του Ενός, δηλαδή στο κεντρικό θέμα της ελεατικής φιλοσοφίας. Δεν οδηγεί σε μια καθαρή απάντηση αλλά σ’ αυτή την περίεργη κατάληξη που αναφέραμε πιο πάνω, η οποία μας κάνει να αναρωτηθούμε τί είναι αυτό που αποκομίσαμε τελικά. Πράγματι, είμαστε αντιμέτωποι με έναν λαβύρινθο, κάθε διαδρομή του οποίου έχει ερευνηθεί εξονυχιστικά· έτσι, κάθε διαδρομή πρέπει να απορριφθεί αφού οδηγεί σε αδιέξοδο και σε παραλογισμούς. Το Ένα, ο άξονας όλης της συζήτησης, οδηγεί σε μια αρθρωμένη ολότητα· μια παράδοξη δομή. Όμως το Ένα, ακριβώς μέσα από τα παράδοξα και τα αδιέξοδα που παράγει, αναφέρεται στο Πραγματικό. Όπως σημειώνει ο Dies, είναι πιθανό σε τελευταία ανάλυση πως ο Πλάτων προσπαθεί να βρει «την εποπτεία μιας ενότητας η οποία θα παράγει την πολλαπλότητα χωρίς η ίδια να διαχωρίζεται». Πρόκειται για ευγενή αν και αδύνατη προσπάθεια, αφού το Ένα που εμφανίζεται μπροστά στα μάτια μας είναι υπερβολικά διαχωρισμένο· εγγενώς διασπασμένο από την πολλαπλότητα και την ετερότητα· αδύνατον να ενωθεί ξανά, ό,τι κι αν προσπάθησαν να πουν οι Νεοπλατωνικοί αργότερα για να το σώσουν. Αυτό είναι αναμφίβολα το σκάνδαλο του συγκεκριμένου διαλόγου και δεν μπορεί κάποιος παρά να θαυμάσει τον Πλάτωνα για τον ασύλληπτο ηρωισμό του.

 

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Ξέρουν μόνο να γκρεμίζουν

Να γκρεμίζεις είναι εύκολο, το δύσκολο είναι να χτίσεις. Ως αξιωματική αντιπολίτευση, η Ν.Δ. επιδόθηκε συστηματικά σε μια χυδαία επιχείρηση κατεδάφισης όλων των κόπων του ελληνικού λαού, αυτών που επέτρεψαν στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ να βγάλει τη χώρα από τα Μνημόνια...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο
Όλες οι Ειδήσεις