Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Έν τέλειον

η διαλεκτική του όλου και του μέρους στον Παρμενίδη και στον Σοφιστή του Πλάτωνα

FriedrichA. Uehlein

(Απόσπασμα από το κείμενο που δημοσιεύτηκε στα πρακτικά του συνεδρίου για τη Λειτουργική Ανάλυση, Παρίσι-Στουτγάρδη 2007)

Μετάφραση: Αλέξανδρος Δασκαλάκης

 

Ο χρόνος του Ενός όντος

Για το ζήτημα του όλου και του μέρους είναι σημαντικό να στρέψουμε tο βλέμμα μας στον χρόνο του Ενός όντος (151e-155d). Εάν το Ένα υπάρχει, τότε πρέπει να συμμετέχει στον χρόνο, αφού «είμαι» δηλώνει συμμετοχή στο παρόν, «ήταν» δηλώνει συμμετοχή στο παρελθόν και «θα είναι» συμμετοχή στο μέλλον. Το Ένα γίνεται με τη μεσολάβηση του παρόντος χρόνου.

Ο Παρμενίδης αρχίζει ως εξής: Το Ένα είναι και γίνεται πρεσβύτερο από τον εαυτό του σε σχέση με τον εαυτό του, όταν ακολουθούμε με το βλέμμα το γίγνεσθαι με άξονα μια αρχική φάση. Όταν συγκρίνουμε τον χρόνο τού γίγνεσθαι, κατά τον οποίο γίνεται πρεσβύτερο, τότε η αρχική φάση γίνεται νεότερη. Αντίθετα, όταν επικεντρωνόμαστε στο τώρα, στο μέτρο που παραμένει παρόν και τώρα, το Ένα είναι, υπό το πρίσμα αυτού τού τώρα, πρεσβύτερο και νεότερο από τον εαυτό του (152b-d).

Ο Παρμενίδης ανακοινώνει την πρώτη του θέση:

Το Ένα είναι και γίνεται πρεσβύτερο και νεότερο από τον εαυτό του (151e3-151e10).

Και αυτή είναι η αντίθεσή της:

2. Το Ένα δεν είναι ούτε και γίνεται νεότερο ή πρεσβύτερο από τον εαυτό του. Επειδή για να μπορεί να είναι και να γίνει πρεσβύτερο και νεότερο από τον εαυτό του πρέπει την ίδια στιγμή να υφίσταται. Το Ένα είναι συνεχώς παρόν (αεί νυν) καθώς γίνεται· έχει συνεπώς την ίδια ηλικία με τον εαυτό του (152 d 8-e 10).

Κατέχει λοιπόν μια ίση και άνιση σχέση με τον εαυτό του. Είναι και γίνεται πρεσβύτερο και νεότερο σύμφωνα με τις διαφορετικές οπτικές γωνίες που υιοθετεί κάποιος· ένα παρόν που κατευθύνεται προς το μέλλον με βάση το οποίο το Ένα γίνεται πάντοτε πρεσβύτερο (προοπτική της τρέχουσας ζωής) ή ένα παρόν που κατευθύνεται προς το παρελθόν με βάση το οποίο η παρελθούσα διάρκεια γίνεται ολοένα νεότερη. Ή ακόμα σύμφωνα με ένα παρόν όπου το Ένα είναι το ίδιο πρεσβύτερο και το ίδιο νεότερο με τον εαυτό του και πάντοτε παρόν. Το γίγνεσθαι του Ενός-όντος είναι πάντοτε παρόν· δεν αναφέρεται στο γίγνεσθαι με βάση τις εναλλασσόμενες οπτικές γωνίες ούτε και εγκαθίσταται σε ένα σταθερό τώρα που θα το σταματούσε.

Η θέση και η αντίθεση δεν θέλουν να σηματοδοτήσουν τον φαινόμενο χρόνο τού γίγνεσθαι, δεδομένου ότι το γίγνεσθαι στην αλληλουχία των χρονικών στιγμών και το είναι τού «εστίν» και του «αεί νυν» αντιφάσκουν μεταξύ τους. Το είναι και το γίγνεσθαι τίθενται ως αντίθετα, σαν να ανήκαν στην ίδια σφαίρα του φαινόμενου χρόνου. Το τώρα το οποίο βρίσκεται πάντοτε δίπλα στο Εν-ον αντιφάσκει ως προς το γίγνεσθαι και το αναιρεί, αφού στο γίγνεσθαι το τώρα είναι πάντοτε το όριο ανάμεσα σε κάθε διάρκεια. Κάθε διάρκεια είναι μοναδική και μεταβατική. Το τώρα στο γίγνεσθαι δεν είναι ένα «αεί νυν». Κατά συνέπεια, το Ένα δεν μπορεί στο δικό του γίγνεσθαι να σταματήσει σε ένα σταθερό τώρα ώστε να ήταν πρεσβύτερο ή νεότερο.

Η λύση της αντίφασης έρχεται από τη διάνοια. Το Ένα μπορεί μονάχα να γίνει και να είναι πρεσβύτερο και νεότερο με βάση τις διάφορες οπτικές γωνίες και τις διάφορες πλευρές. Με αφετηρία ένα τώρα, μπορεί κάποιος να στραφεί προς το μέλλον και αναφερόμενος σ’ ό,τι έγινε να πει: γίνομαι πρεσβύτερος. Ή να πάρει κάποιος ως σημείο αναφοράς τον παρόντα χρόνο κατά τον οποίο γίνεται πρεσβύτερος και να πει κοιτάζοντας την προηγούμενη διάρκεια ότι γίνεται πάντοτε νεότερη όσο γερνάει στο παρόν γίγνεσθαι. Το Ένα δεν είναι την ίδια στιγμή πρεσβύτερο και νεότερο όπως θα συνέβαινε σε μια αντίφαση αλλά είναι έτσι με βάση τις διαφορετικές οπτικές γωνίες του χρονικού συνεχούς. Τελικά, για να μπορέσουμε να πούμε πως το Ένα είναι πρεσβύτερο και νεότερο πρέπει να απαλλάξουμε τη χρονική διάρκεια του συνεχούς από το γίγνεσθαι, να τη θέσουμε ως τώρα και με βάση αυτό να διαπιστώσουμε: είναι πρεσβύτερο και νεότερο απ’ ό,τι ήταν. (Ο Χέγκελ θα το αποκαλούσε αυτό λύση της αντίφασης με τη μεσολάβηση της διάνοιας.) Η αντίφαση δεν υιοθετείται αλλά εξουδετερώνεται από διαφορετικές πλευρές.

Ο Παρμενίδης παίζει με τη διάλυση της αντίφασης με τη μεσολάβηση της διάνοιας. Μπορούμε να πούμε πως την προκαλεί ή πως την υπαινίσσεται. Όμως, σε όλο του τον λόγο δεν αναφέρεται παρά μόνο στον χρόνο τού Ενός-όντος στο μέτρο που υιοθετεί τις αντιφάσεις και προκύπτει από την ένωσή τους.

Συμπέρασμα:

α. Το Ένα είναι και γίνεται πρεσβύτερο και νεότερο από τον εαυτό του και δεν είναι ούτε πρεσβύτερο ούτε νεότερο αλλά πάντοτε έχει την ίδια ηλικία με τον εαυτό του· αυτές οι αντιφάσεις δείχνουν πως ο Παρμενίδης δεν αναφέρεται καθόλου στον χρόνο ως φαινόμενο. Θέλει να δείξει κάτι άλλο, για το οποίο η αντίφαση έχει θετική αξία.

β. Περιγράφει έναν χρόνο κατά τον οποίο το Ένα γίνεται την ίδια στιγμή και πρεσβύτερο και νεότερο –χωρίς να αλλάξει ούτε τις διάφορες προοπτικές ούτε τις διάφορες πλευρές– και κατά τον οποίο δεν είναι ούτε γίνεται πρεσβύτερο ή νεότερο. Πρόκειται για την ταυτόχρονη σκέψη τού είναι και του γίγνεσθαι. Το Ένα είναι στο αεί-νυν του γίγνεσθαί του αυτό που γίνεται κάθε στιγμή.

3. Η τρίτη θέση για τον χρόνο του Ενός. Το Ένα είναι χρονικό όχι μόνο σε σχέση με τον εαυτό του αλλά επίσης και σε σχέση με τα Άλλα. Τα Άλλα του Ενός είναι το Πλήθος, δηλαδή, σε σχέση με το δικό μας θέμα, τα μέρη του όλου.Τελικά η σχέση με τα μέρη γίνεται πιο σαφής. Η τρίτη θέση λέει: το Ένα είναι πριν και μετά τα Άλλα και είναι σύγχρονο μ’ αυτά (153a 1-153 a 4). Η αντίφαση γίνεται πιο σκληρή. Το Ένα έχει ταυτόχρονα την ίδια και διαφορετική ηλικία σε σχέση με τον εαυτό του και σε σχέση με τα Άλλα. Ο Παρμενίδης εκθέτει αυτές τις αντιφάσεις με τη βοήθεια του αριθμού και του συνόλου (πλήθος153a3).

α. Το Ένα ως αριθμός προηγείται των Άλλων, δηλαδή από το γίγνεσθαι του συνόλου. Είναι το στοιχείο και η αρχή κάθε συνόλου.

β. Το Ένα έπεται των Άλλων στο μέτρο που είναι η ενότητα των συνόλων.

γ. Το Ένα βρίσκεται σε κάθε αριθμό. Πρέπει πάντοτε να είναι παρόν, από τον πρώτο μέχρι τον τελευταίο που συμπληρώνει το σύνολο. Δεν μπορεί να αφήσει κανένα σύνολο ούτε όταν γίνεται ούτε όταν ολοκληρώνεται.

Για μιαν ακόμη φορά ο Παρμενίδης προωθεί τη λύση των αντιφάσεων με τη μεσολάβηση της διάνοιας υποδεικνύοντας μια πληθώρα διαφορετικών οπτικών γωνιών όπου το Ένα παίρνει κάθε φορά διαφορετική σημασία. Αργότερα, στην τρίτη υπόθεση, αυτή η λύση θα αποκαλυφθεί. (Τί θα μας επέτρεπε να μιλήσουμε για το Ένα μέσα από τις αντιφάσεις, αν σήμαινε κάθε φορά άλλο πράγμα;) Εάν το Ένα βρίσκεται σε κάθε Άλλο, τότε θα έχει την ίδια ηλικία και δεν θα προηγείται ούτε θα έπεται των Άλλων είτε ως αρχή τους, ως ενότητα κάθε όρου, είτε ως η ενότητα του αποτελέσματος. «Έτσι, σύμφωνα μ’ αυτόν τον συλλογισμό, το Ένα δεν μπορεί να είναι ούτε πρεσβύτερο ούτε νεότερο από τα Άλλα, ούτε τα Άλλα από το Ένα» (154a). Για να επιστρέψουμε στο θέμα μας, μιλάμε για το Ένα και τα Άλλα σαν το Όλο και τα μέρη του. Το Όλο και το μέρος δεν βρίσκονται σε χρονική σχέση, έτσι ώστε το ένα να προηγείται του άλλου, αλλά σε μια σχέση όπου το Είναι και το γίγνεσθαι είναι ένα.

Περιληπτικά,

α. Το Όλο είναι πρεσβύτερο· δεν μπορεί να συντεθεί από ατομικούς όρους οι οποίοι δεν είναι ήδη τμήμα του.

β. Είναι νεότερο, αφού είναι το αποτέλεσμα της συνένωσής τους. Είναι αποτέλεσμα: το συντελεσμένο Ένα (εν τέλειον 157e 1).

γ. Δεν είναι ούτε πρεσβύτερο ούτε νεότερο, αφού το Όλο δεν υπάρχει χωρίς τα μέρη του.

δ. Το Όλο βρίσκεται σε κάθε Άλλο, αφού ξεκινώντας από αυτό και μέσα σ’ αυτό κάθε μέρος είναι μέρος.

Ποιο είναι, λοιπόν, το Είναι του Ενός; Δεν πρόκειται για το Είναι που έχει γίνει, δηλαδή για το αποτέλεσμα ενός γίγνεσθαι. Ποιο γίγνεσθαι ανήκει λοιπόν στο Ένα; Δεν πρόκειται για το χρονικό γίγνεσθαι των πιθανών καταστάσεων που περιμένουν να πραγματωθούν. Το Είναι του Ενός-όντος είναι η ενότητα των μερών του. Το γίγνεσθαί του είναι αυτή η υλοποιημένη ενότητα, αφού δεν είναι το αδιαχώριστο σύνολο των μερών (τα πάντα μέρη 145c). Σ’ αυτή την ενότητα τα μέρη ενώνονται το ένα με το άλλο για να καταλήξουν σε μια ορισμένη ποιότητα. Το Ένα σ’ αυτή την πράξη γίνεται αυτό που είναι· ταυτόχρονα. Το Ένα –εν-ον, εν-πολλά, όλον– είναι αυτό που γίνεται από τη στιγμή που ολοκληρώνεται και γίνεται αυτό που είναι· από τη στιγμή που δεν σταματάει με την ολοκλήρωσή του και ό,τι έγινε δεν είναι, δεδομένου ότι πραγματοποιεί συνεχώς (αεί νυν) την ολοκλήρωσή του. Ο χρόνος τού Ενός, ο οποίος δεν εκτέθηκε στους αντιφατικούς προσδιορισμούς, δεν βρίσκεται έξω από το Ένα με τρόπο ώστε το Ένα να συμμετείχε όπως σε ένα άλλο πράγμα. Αυτός ο χρόνος είναι η αυτο-πραγμάτωση του Όλου· ο χρόνος του Ενός-Όλου είναι η ζωή του.

[Πόρισμα. Στον Τίμαιο, ο Πλάτωνας μιλάει για το παντελές ζώον (31b), το εντελές έμβιο Ον, το οποίο επανέρχεται στον Σοφιστή με το όνομα παντελώς ον (248e-249a), το τέλειο Ον. Αναφέρεται μ’ αυτό τον τρόπο στην ενότητα των ιδεών, την οποία δεν πρέπει να συλλάβουμε σαν στατικό σύνολο, αλλά σαν αυτό που κινεί τον εαυτό του, σαν ζωή. Η νεοπλατωνική φιλοσοφία ταύτισε το εν-ον, το Όλο, με το τέλειο έμβιο Ον, το οποίο ονόμασε Νου, απόλυτο Πνεύμα. Μου φαίνεται πως ακολουθεί την παρμενίδεια διαλεκτική τού Ενός όντος. Ο χρόνος τού Όλου, η ζωή του, θα ονομαστεί άμα τα πάντα· ταυτόχρονα. Αυτή είναι η πλατωνική και νεοπλατωνική έννοια της αιωνιότητας. Αυτή η αιωνιότητα που παραμένει μία (Τίμαιος 37d) είναι η τέλεια ζωή που κινεί τον εαυτό της.]

«Έτσι, σύμφωνα με όλους αυτούς τους συλλογισμούς, το ίδιο το Ένα είναι και γίνεται πρεσβύτερο και νεότερο από τον εαυτό του και από τα Άλλα, και το Ένα δεν είναι και δεν γίνεται ούτε πρεσβύτερο ούτε νεότερο από τον εαυτό του και από τα Άλλα» (155c 4-7). Μπορούμε να αναπτύξουμε αυτό το αποτέλεσμα που αφορά στη σχέση του Όλου με τον εαυτό του και τα μέρη του πηγαίνοντας λίγο μακρύτερα. Μ’ αυτό τον τρόπο θα αναδειχτεί η σχέση των μερών μεταξύ τους στη ζωή του Όλου.

Οι διαφορές ηλικίας ανάμεσα στα μέρη

Το γεγονός πως κάθε μέρος τού Όλου είναι ένα και διαφορετικό από τα άλλα μπορεί να γίνει κατανοητό από τη διαλεκτική των χρονικών προσδιορισμών. Τα μέρη μεταξύ τους είναι πρεσβύτερα και νεότερα, έχουν την ίδια ηλικία· είναι προγενέστερα, μεταγενέστερα και ταυτόχρονα. Έτσι, για παράδειγμα, το γένος προηγείται των ειδών. Γενικά, σε μια λογική διάταξη ένα τμήμα προηγείται σε σχέση με αυτά τα οποία εξαρτώνται από το ίδιο. Το επόμενο τμήμα λογικά έπεται σε σχέση με αυτό από το οποίο εξαρτάται. Όμως, την ίδια στιγμή είναι λογικά προγενέστερα, μεταγενέστερα και ταυτόχρονα. Η λογική διάταξη δεν σηματοδοτεί μια χρονική συνέχεια. Στη λογική διάταξη, τα μέρη παράγουν το Όλο όλα μαζί και ταυτόχρονα. Στη λογική διάταξη κάθε μέρος του Όλου υφίσταται στην ατομικότητά του. Το «Προγενέστερο και μεταγενέστερο», το «νεότερο, πρεσβύτερο και ταυτόχρονο» ορίζουν την ατομικότητα κάθε μέρους σε σχέση με τα μέρη στο Όλο. Το γεγονός πως είναι ταυτόχρονα φανερώνει την ένταξή τους στο Εν-Όλο. Όλα τα μέρη και καθένα απ’ αυτά σχηματίζουν σ’ αυτήν τη συμπλοκή το Όλο και ρυθμίζονται απ’ αυτό. Σ’ αυτή την ολοκλήρωση το Εν-Όλο διαφοροποιείται απόλυτα από τα μέρη του και τα πολλαπλά μέρη ενώνονται απόλυτα· εν τέλειον (157e 1)· ο χρόνος του είναι άμα τα πάντα, ταυτόχρονα.

Η ζωή των μερών

Όσο το μέρος δεν γίνεται αντιληπτό ως ένα πλήθος ανάμεσα στα πολλά, τόσο δεν μπορεί από μόνο του να είναι μέρος του όλου.

Ο Πλάτωνας επεξεργάζεται αυτή την ιδέα σ’ έναν από τους πιο γνωστούς διαλόγους του. Στον Σοφιστή (248e) οι συνομιλητές αναζητούν τη συνύφανση και την κοινωνία μεταξύ των ιδεών, «επειδή ο λόγος γεννιέται από τη συνύφανση των ιδεών μεταξύ τους»· αν κάποιος χώριζε κάθε μια από τις άλλες, τότε θα επακολουθούσε η εξαφάνιση κάθε λόγου (259e). Στο εσωτερικό αυτής της κοινωνίας των ιδεών κάποιες απ’ αυτές σχετίζονται μεταξύ τους, ενώ άλλες όχι· έτσι προκύπτει συνεπώς η σκέψη και ο αληθής ή ο ψευδής λόγος.

Οι συνομιλητές θεωρούν πως κάθε ιδέα είναι και κάθε μια είναι όμοια, διαφορετική, σε κίνηση και σε στάση. Αυτές οι κατηγορίες οι οποίες ανήκουν σε κάθε ον έπρεπε να αποκοπούν από το Ένα. Μονάχα μ’ αυτό τον τρόπο το Ένα θα μπορούσε να διαχωριστεί από το πλήθος. Όμως, σε σχέση με το Εν-ον τις έχουμε ήδη χρησιμοποιήσει· κάθε μέρος του Ενός-όντος είναι και είναι ένα. Αυτός ο θεμελιώδης προσδιορισμός του Ενός-Πλήθους-όντος αναλύθηκε στη λογική της ηλικιακής σχέσης μεταξύ των μερών. Κάθε μέρος είναι πρεσβύτερο και νεότερο, προγενέστερο και μεταγενέστερο από τα άλλα μέρη και έχει την ίδια ηλικία με τα άλλα στην ενότητα του όλου. Η λογική διάταξη λέει τί είναι κάθε μέρος στη σχέση του με τα άλλα. Κάθε μέρος είναι ό,τι είναι το ίδιο αλλά όχι σε μια αφηρημένη και απομονωμένη ταυτότητα. Βρίσκεται περισσότερο σε μια προσδιορισμένη σχέση με τα άλλα μέρη, διαφορετικό από τα άλλα μέρη και προσδιορίζεται απ’ αυτή την αρνητική σχέση (ετερότητα). Στο μέτρο που είναι όμοιο με τον εαυτό του κινείται και προσδιορίζεται από τα άλλα μέρη, τα οποία με τη σειρά τους είναι όμοια και διαφορετικά. Πρεσβύτερο, νεότερο και ταυτόχρονο, το ίδιο και διαφορετικό και σε κίνηση, είναι όλα αυτά μεμιάς. Η κατηγορία της στάσης (στάσις) εκφράζει αυτή τη συγχρονία, συγγένεια και ισότητα στη βαθμίδα των σχέσεων ηλικίας και των κατηγοριών που τις στηρίζουν.

Ομοιότητα - διαφορά

Κάθε μέρος είναι το ίδιο· όμως αυτό δεν συμβαίνει πριν απ’ όλα με τρόπο ώστε να έφτανε στη διαφορά μόνο τη στιγμή της παρουσίας ενός άλλου μέρους από το οποίο θα μπορούσε να διαφοροποιηθεί. Εάν κάποιος σκεφτόταν την ομοιότητα μ’ αυτό τον τρόπο, θα κατέληγε στο καθαρό χωρίς προσδιορισμούς Ένα. Όμως, στην πραγματικότητα, η σκέψη του σταματάει στην ενότητα του καθαρά όμοιου και προχωράει υποστασιοποιώντας. Το όμοιο δεν είναι διαφορετικό μόνο με βάση τα άλλα ούτε σε σχέση με τα άλλα. Αντίθετα, πρέπει να είναι ήδη διαφορετικό από τον εαυτό του, δηλαδή όμοιο και διαφορετικό, έτσι ώστε κάποιο άλλο πράγμα να μπορεί να το προσεγγίσει και να μπορεί να σχετιστεί μαζί του. Για να το πούμε διαφορετικά, το γεγονός πως ένα άλλο πράγμα μπορεί να προσεγγίσει το όμοιο και μπορεί να σχετιστεί μαζί του δεν οφείλεται στους κατηγορικούς προσδιορισμούς αλλά μονάχα στις πιθανές δομές που προκύπτουν.

Όμως ούτε η διαφορά προηγείται της ομοιότητας. Αυτή την οδό, η οποία έγινε αντικείμενο έρευνας από την πρόσφατη φιλοσοφική σκέψη και συνίσταται στην παράδοση της ταυτότητας στις διαφορές, ο Παρμενίδης την αναφέρει στην τρίτη συζήτηση της δεύτερης υπόθεσης (164b-165e).Ο στοχασμός που θέλει να συλλάβει κάτι ως διάφορο του διαφορετικού και ως άλλο του άλλου του άλλου… δεν μπορεί να ξεκινήσει· χάνεται στην απόλυτη απροσδιοριστία. Αυτό που είναι μονάχα διάφορο του διαφορετικού παραμένει χωρίς διαφορά. Το άλλο του άλλου του άλλου… δεν είναι ούτε άλλο ούτε όμοιο ούτε κάποιο πράγμα· είναι μηδέν. Αυτό που εμφανίζεται είναι το απροσδιόριστο πλήθος (άπειρον πλήθος) το οποίο παραμένει πάντως μια εμμενής στιγμή του όλου.

Το μέρος είναι ταυτόχρονα όμοιο και διαφορετικό με εγγενή τρόπο· είναι διαφορετικό από τα άλλα μέρη χάρη στην ομοιότητά του και είναι όμοιο επειδή προσδιορίζει με αρνητικό τρόπο τα άλλα όμοια-διαφορετικά διαχωρίζοντάς τα από τον εαυτό του με τη διαφορά του.

Με ποιον τρόπο τα όμοια-διαφορετικά μέρη μπορούν να ενωθούν το ένα με το άλλο (μεταλαμβάνειν αλλήλων, Σοφιστής 251 d7) για να συγκροτήσουν όλα μαζί το συντελεσμένο Όλο; Το είναι, η ομοιότητα και η διαφορά δεν αρκούν γι’ αυτό, επειδή όλα τα μέρη είναι – και είναι όμοια και διαφορετικά. Η ένωση των μερών μεταξύ τους δεν προϋποθέτει μόνο τις κατηγορίες που οδηγούν σε κάθε μέρος ξεχωριστά αλλά επίσης την ατομικότητα, δηλαδή το προσδιορισμένο είναι κάθε μέρους με το οποίο ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα. Μένει ακόμα να ορίσουμε αυτό το ατομικό είναι. Το γένος είναι το φανερώνει ήδη, αφού είναι σημαίνει προσδιορισμένο-είναι. Παρομοίως φανερώνεται και μάλιστα προϋποτίθεται στην ομοιότητα και στη διαφορά. Όμως στο μέτρο που τα μέρη είναι απλούστατα όμοια και διαφορετικά, όλα είναι όμοια. Η λογική της ηλικιακής σχέσης τα περιβάλλει εκ των προτέρων· ωστόσο αυτό συμβαίνει μόνο στο μέτρο που πρόκειται για σχετικούς προσδιορισμούς, οι οποίοι δεν ορίζουν ακριβώς ποιο είναι πρεσβύτερο, ποιο νεότερο ή της ίδιας ηλικίας κάθε φορά. Πρέπει το ατομικό είναι, το προσδιορισμένο, το όμοιο και διαφορετικό να παραχθεί. Αυτό που το μέρος είναι για τον εαυτό του και που αποκλείει από τον εαυτό του το γεγονός πως είναι όμοιο και διαφορετικό, ο Πλάτων το μελετάει στις κατηγορίες της κίνησης και της στάσης.

Κίνησις και στάσις

Η κίνηση μπορεί να είναι διπλή: 1. Κινείσθαι διά το πάσχειν 248 e: κάτι κινείται επειδή δέχεται έναν προσδιορισμό. 2. Κάτι κινείται επειδή παράγει, δηλαδή επειδή κάνει ένα πράγμα να εμφανισθεί (θα μπορούσαμε να πούμε κινείν διά το ποιείν). Αυτό που παράγει το μέρος –κινείν διά το ποιείν– είναι ο ίδιος του ο καθορισμός, εμφανίζεται ό,τι είναι το ίδιο. Στο μέτρο που παράγεται λοιπόν, διαχωρίζει τα υπόλοιπα μέρη, τα οποία προσδιορίζονται αρνητικά ως αυτό που δεν είναι – κινείσθαι διά το πάσχειν. Όμως κάθε μέρος είναι ταυτόχρονα κινούμενο παράγοντας τον εαυτό του αλλά και κινούν. Κατά συνέπεια, τα μέρη δεν είναι απλώς όμοια και διαφορετικά αλλά όμοια και διαφορετικά άτομα τα οποία προσδιορίζονται αμφίδρομα αποκλείοντας το ένα το άλλο. Το είναι, η ομοιότητα και η διαφορά βρίσκουν λοιπόν στην κίνηση το εκάστοτε ατομικό τους περιεχόμενο, την ολοκλήρωσή τους. Το όμοιο-διαφορετικό μέρος παράγεται και δέχεται τον προσδιορισμό άμεσα. Η κίνησή του δεν είναι ένα χρονικό γίγνεσθαι κατά το οποίο θα άλλαζε· δεν το βγάζει από τον εαυτό του για να το οδηγήσει σε κάτι άλλο· είναι σε στάση. Έτσι κάθε μέρος, όμοιο και διαφορετικό, βρίσκεται και σε κίνηση και σε στάση. Τα πέντε μέγιστα γένη –είναι, ομοιότητα, διαφορά, κίνηση και στάση– θεμελιώνουν τη δυνατότητα ένωσης των μερών μεταξύ τους, ώστε να σχηματίσουν το συντελεσμένο-Ένα, του οποίου είναι μέρη.

 

Δείτε όλα τα σχόλια

Κύριο άρθρο

Ξέρουν μόνο να γκρεμίζουν

Να γκρεμίζεις είναι εύκολο, το δύσκολο είναι να χτίσεις. Ως αξιωματική αντιπολίτευση, η Ν.Δ. επιδόθηκε συστηματικά σε μια χυδαία επιχείρηση κατεδάφισης όλων των κόπων του ελληνικού λαού, αυτών που επέτρεψαν στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ να βγάλει τη χώρα από τα Μνημόνια...

Δειτε ολοκληρο το αρθρο
Όλες οι Ειδήσεις