Ακολουθήστε την «ΑΥΓΗ»
Ο επιλεγμένος κατάλογος δεν υπάρχει πλέον.

Ο Χέγκελ και η Τεχνική

Δύο από τις βασικές έννοιες που συχνά υποτιμώνται κατά τη συζήτηση της φιλοσοφίας του Χέγκελ (ακόμη και από ειδικούς της εγελιανής φιλοσοφίας) είναι οι δύο έννοιες που κατεξοχήν χρησιμοποίησε ο ίδιος για να (αυτο)περιγράψει τη φιλοσοφία του: πνεύμα και σύστημα. Ίσως μάλιστα δεν είναι τυχαίο ότι αυτές οι έννοιες θα έπρεπε να τίθενται ως κεντρικές στη μελέτη τού παραμελημένου θέματος της σχέσης που διατηρεί η εγελιανή φιλοσοφία με την τεχνική. Ο Χέγκελ είναι πρωτίστως φιλόσοφος (της δραστηριότητας) του πνεύματος. Και όπως ο ίδιος το εκθέτει στη Φιλοσοφία του Πνεύματος της Εγκυκλοπαίδειας των φιλοσοφικών επιστημών, το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του πνεύματος είναι η δυναμική τής δραστηριότητάς του: η τάση του να αυτονομείται συνεχώς από την καταγωγή του, από αυτό που το ίδιο ορίζει ως φύση, να μεταβαίνει, με άλλα λόγια, σε ολοένα και υψηλότερα επίπεδα αυτού που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε τεχνητότητα, εντασσόμενο και εξαρτώμενο όμως κάθε φορά, όπως θα δούμε, από τις δομές ενός ιστορικού (δηλαδή μη φυσικού) κόσμου. Απ’ αυτή τη σκοπιά κατανοούμε σε ένα πρώτο επίπεδο γιατί η σχέση του Χέγκελ με την τεχνική είναι θέμα που δεν έχει τραβήξει ιδιαίτερα την προσοχή: ο Χέγκελ εμβαπτίζει την αυτονόμηση της τεχνικής (μέσα από την αυτονόμηση του πνεύματος) εντός ενός ιστορικού κόσμου τον όποιο δυναμικοποιεί και από τον οποίο αποκλειστικά τροφοδοτείται. Η οπτική του Χέγκελ παρέχει έτσι μια δύσκολη και σύνθετη εικόνα της υποτιθέμενης «αυτονόμησης» της τεχνικής που απέχει τόσο από τη θετικιστική, ιστορικο-κοινωνικά ουδέτερη, λογική της «τεχνολογίας» ως εφαρμογής της επιστήμης, η οποία απολήγει στην αντίληψη της βήμα-βήμα εφαρμογής της «κοινωνικής μηχανικής» à la Popper, όσο και από την χαϊντεγγεριανής εμπνεύσεως αντίληψη αντιδραστικού μοντερνισμού, ο οποίος συλλαμβάνει την αυτονόμηση της τεχνικής σε σχέση με τον «άνθρωπο εν γένει» εντός μιας προαιώνιας πορείας επικάλυψης μίας ορισμένης αυθεντικότητας, απολήγοντας με τη σειρά του στο πολιτικό αίτημα οικειοποίησης της τεχνικής πέραν του «παρηκμασμένου και διεφθαρμένου» καπιταλιστικού πολιτισμού, ευαγγελιζόμενος έναν νέο πολιτισμό της αρχεγονοσύνης. Για τον Χέγκελ, η τεχνική δεν μπορεί να είναι ούτε ουδέτερη με την έννοια του θετικισμού ούτε αυτόνομη με την έννοια του αντιδραστικού μοντερνισμού. Η δυναμική της τεχνικής μπορεί να κατανοηθεί μόνο μέσα από τη συστηματική εννοιολόγηση του ιστορικού κόσμου που την παράγει.

 

Τεχνική και πνεύμα: η ιστορική πνευματοποίηση του κόσμου

Σε αντίθεση με την ξεπερασμένη πλέον αντίληψη που ισχυρίζεται ότι ο Χέγκελ είναι θεωρητικός της απολυτότητας του κράτους ή της υπερβατικής ιστορικής τελεολογίας, ο Χέγκελ πρωτίστως είναι φιλόσοφος που επιδιώκει να συλλάβει εννοιακά τον ιστορικό σχηματισμό της νεωτερικότητας ως διαφοροποιημένο σύστημα, ως σύστημα που αυτονομείται από τη φυσική αμεσότητα και αναπαράγεται δυναμικά, χωρίς κανένα επιμέρους στοιχείο να μην μπορεί να αμεσοποιηθεί ως θεμέλιο, καθιστάμενο απόλυτο. Ένα τέτοιο σύστημα προϋποθέτει, από τη μεριά του, έναν αντίστοιχο κόσμο εντός του οποίου μπορεί να υπάρξει, έναν κόσμο στον οποίο η αποκοπή από αυτό που ο Χέγκελ ονομάζει «αδυναμία της φύσης» και η αυτονόμηση της παραγωγικής δραστηριότητας που χαρακτηρίζει το πνεύμα έχουν καταστεί μέρος τής πραγματικότητάς του. Το ζήτημα της τεχνικής ως κατάδειξης της πραγματικότητας και της πραγματοποίησης του πνεύματος και των πραγματικών ιστορικών προϋποθέσεων που αυτό ενσωματώνει απασχολεί τον Χέγκελ ήδη στα κείμενα περί της «πραγματικής φιλοσοφίας» (Realphilosophie), που διαμορφώνουν τη σκέψη του την περίοδο της Ιένας. Καταρχάς το πεδίο που αναδεικνύει την τεχνουργηματική δραστηριότητα του πνεύματος είναι αυτό τής κατεξοχήν «φυσικής κατάστασης», του πολέμου. Η παρέμβαση του πνεύματος αναδεικνύει τη μετασχηματιστική δυναμική της τεχνικής διαμεσολάβησης ακόμη και σε αυτήν την κατά τα άλλα «φυσική κατάσταση». Όπως ισχυρίζεται ο Χέγκελ, ενώ στην παραδοσιακή φυσική κατάσταση πολέμου οι πολεμιστές έρχονται σε άμεση φυσική επαφή βυθίζοντας το ξίφος ή το ακόντιο ο ένας στο σώμα του άλλου και βλέποντας τον θάνατο στο βλέμμα του, από τη στιγμή που εισάγεται η τεχνική στον πόλεμο, το όπλο, έχουμε μια ψυχρή διαμεσολάβηση. Ο θάνατος έρχεται πλέον «εξ αποστάσεως» (με το εξ αποστάσεως να σημαίνει εδώ διαμεσολαβημένα).

Επειδή όμως ο πυρήνας της φιλοσοφίας του Χέγκελ, ως φιλοσοφίας του πνεύματος και της διαλεκτικής του, βρίσκεται στο ότι δεν μπορούμε να βασιστούμε στην κάθε φορά θεωρούμενη ως φυσική καταγωγή, η καταγωγική αυτή εύρεση της τεχνικής στον πόλεμο οδηγεί τον Χέγκελ να την αυτονομήσει από το πλαίσιο του πολέμου (σε αντίθεση με τις ντεσιζιονιστικές οντολογίες της ισχύος, όπως συναντώνται στον αντιδραστικό μοντερνισμό, που ανάγουν την τεχνική στον πόλεμο και τη φυσική σύγκρουση). Ο Χέγκελ κατά συνέπεια επικεντρώνεται στο ίδιο το τεχνικό εργαλείο, ως τη στιγμή που επιτελεί τη διαμεσολάβηση, αναιρώντας έτσι και την προοπτική να μετατραπεί το ίδιο το τεχνικό μέσο σε φυσική αμεσότητα (σημείο επί του οποίου οι εκπρόσωποι της σχολής της Φραγκφούρτης επέμειναν ιδιαίτερα στην κριτική τους, σημείο όμως το οποίο, όπως βλέπουμε, η διαλεκτική του Χέγκελ μοιάζει να ενσωματώνει και να ξεπερνάει). Το ίδιο το τεχνικό εργαλείο είναι κατά συνέπεια διαμεσολαβημένο στο εσωτερικό του: Το εργαλείο είναι ένα πράγμα και ταυτόχρονα μια λειτουργία. Ενώ φαίνεται να είναι μια αντικειμενοποιημένη, στατική υλικότητα, ταυτόχρονα επιτελεί και μια ενεργητική λειτουργία. Το εργαλείο συμπυκνώνει έτσι τη διαλεκτική αναίρεση του αδιαμεσολάβητου διαχωρισμού μηχανισμού και τελεολογίας (που σημαίνει και την αναίρεση της κοινωνιολογικά αφελούς διάκρισης μεταξύ μιας μηχανιστικής τεχνικής πραγματικότητας και μιας ευγενούς ένσκοπης-αξιακής δραστηριότητας). Η ίδια η ένσκοπη δραστηριότητα εξαρτάται από την τεχνικότητα και ταυτόχρονα την αξιοποιεί, υλοποιώντας σ’ αυτήν τους σκοπούς της (ας σκεφτούμε, για παράδειγμα, ένα όπλο το οποίο ενσωματώνει στην ίδια του την κατασκευή –στο σχήμα π.χ. της λαβής του– τη δυνατότητα ένσκοπης αξιοποίησής του από το ανθρώπινο είδος). Με δυο λόγια: η μηχανή ενσωματώνει στην ίδια την κατασκευή τις αυτοαναφορικές προϋποθέσεις ένσκοπης λειτουργίας – και αυτό ισχύει επειδή είναι προϊόν ενός ιστορικού κόσμου ο οποίος δημιουργεί τις προϋποθέσεις τής τεχνουργηματικής αυτονόμησης, ενώ ταυτόχρονα τρέφεται απ’ αυτήν. Αυτή η αναίρεση του δυϊσμού μεταξύ μηχανισμού και τελεολογίας, που συνοδεύεται με τη σταθερή ένταξη της τεχνικής στο ιδεολογικό, αξιακό και παραστασιακό πλαίσιο ενός ιστορικού κόσμου, θα σήμαινε κατά συνέπεια ότι, για παράδειγμα –και για να θυμηθούμε και τον Μαρξ–, οι μηχανές που παράγονται εντός του καπιταλισμού είναι ενδογενώς και όσον αφορά την ίδια τη λειτουργία τους καπιταλιστικές μηχανές.

 

Η νεωτερικότητα: όρος και αποτέλεσμα της δυναμικής τού τεχνουργήματος

Πρόκειται για έναν τεχνουργούμενο κόσμο πλήρως διαμεσολαβημένο από τις πράξεις και τις παραστάσεις των ανθρώπων ως φορέων δραστηριότητας του πνεύματος, το οποίο έτσι παράγει το ίδιο τις δικές του αυτοαναφορικές δομές. Διαμορφώνεται ένας κόσμος «δεύτερης τάξεως» σε σχέση με τον φυσικό κόσμο, ένας κόσμος διαμεσολαβημένος από την τεχνητότητα του πνεύματος. Η διαμόρφωση αυτού του υψηλά τεχνοποιημένου κόσμου δεν είναι χωρίς ιστορικές προϋποθέσεις, δεν είναι ιστορικά ουδέτερη: προϋποθέτει τον ιστορικό μετασχηματισμό που επιβάλλουν οι συνθήκες της νεωτερικότητας (απελευθέρωση από τη θρησκευτική υπερβατικότητα, εννοιολογική-επιστημονική κατανόηση της φύσης, απελευθέρωση των κοινωνικών ανταλλαγών, ανάδυση της δυναμικής της καπιταλιστικής οικονομίας, ορθολογικοποίηση του κράτους, κριτική της υπερβατικής φιλοσοφικής μεταφυσικής) οι οποίες θέτουν τις προϋποθέσεις για την απελευθέρωση της μετασχηματιστικής δραστηριότητας του πνεύματος, ανατροφοδοτούμενες και οι ίδιες αυτές οι ιστορικές δομές από τη δυναμική του πνεύματος. Ο Χέγκελ στις Παραδόσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας καταδεικνύει ότι από τους προνεωτερικούς ιστορικούς σχηματισμούς, μόνο ο αρχαίος ελληνικός ήταν αυτός που έφτασε σε υψηλό επίπεδο απελευθέρωσης του πνεύματος, έμεινε τελικά όμως και αυτός «πολεμικός πολιτισμός», κόσμος δηλαδή ενταγμένος στη φύση, εξαρτημένος από τη φυσική ισχύ. Η ιστορική-συνειδησιακή διαδικασία μέσω της οποίας διαμορφώνεται αυτός ο πλήρως πνευματοποιημένος ιστορικός κόσμος (ο οποίος δεν είναι άλλος από τον δικό μας νεωτερικό πλήρως τεχνοποιημένο πλέον κόσμο, ένας κόσμος τού υλοποιημένου και υλοποιήσιμου πνεύματος) εκτίθεται στη Φαινομενολογία του Πνεύματος ως η (συνειδησιακή) διαδικασία εντεινόμενης πνευματικής διαμεσολάβησης της αντικειμενικότητας (αυτού που ο Χέγκελ αποκαλεί Gegenstndälichkeit). Ο υψηλά πνευματοποιημένος κόσμος, τη φιλοσοφική παραγωγή του οποίου συγκροτεί η Φαινομενολογία, τίθεται έτσι ως προϋπόθεση για τη συγκρότηση ενός καθαρά εννοιολογικού, αυτόνομου από τις φυσικές αναφορές του, φιλοσοφικού συστήματος, όπως αυτό εκτίθεται στην Εγκυκλοπαίδεια των φιλοσοφικών επιστημών.

Κάτι τέτοιο όμως δεν σημαίνει ότι το ίδιο το σύστημα δεν ενσωματώνει έναν προωθημένο στοχασμό για την ειδική του τεχνητότητα, στοχασμό που πρωτίστως εμφανίζεται στην Επιστήμη της Λογικής – κυρίως στις συχνά διάχυτες στο σώμα τού κειμένου της Λογικής, αλλά εξαιρετικά διαπεραστικές σκέψεις τις οποίες αναπτύσσει ο Χέγκελ για τον ρόλο της γλώσσας και συγκεκριμένα για τη σημασία τής ειδικής γλωσσικής τεχνητότητας που προϋποθέτει ένα πλαστικό και δυναμικό λογικό σύστημα. Η τεχνητότητα της γλώσσας τού εγελιανού λογικού συστήματος φαίνεται να χρησιμοποιεί τα μέσα της φυσικής γλώσσας, τις λέξεις, όμως ο ίδιος ο τρόπος χρήσης τους τις εκκενώνει σε τέτοιο βαθμό από το φυσικό παραστασιακό τους περιεχόμενο, τις «τεχνικοποιεί» σε τέτοιο βαθμό, που γίνονται τα μέσα ενός λογικού συστήματος αυστηρού ως προς τη δομή του, αλλά ταυτόχρονα δυναμικού ως προς τα πολύπλοκα εννοιολογικά περιεχόμενα που μπορεί να θεματοποιήσει. Πολυπλοκότητα η οποία θα χανόταν αν αυτό το λογικό σύστημα είχε γίνει αντικείμενο μαθηματικής τυποποίησης, δεδομένου ότι για τον Χέγκελ τα μαθηματικώς τυποποιημένα λογικά συστήματα συχνά αναπαράγουν τα αυτονόητα των φυσικών αναπαραστάσεων – άρα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι χαρακτηρίζονται από μια μορφή εμπειρισμού ή, για να το διατυπώσουμε διαφορετικά, ότι δεν είναι επαρκώς τεχνητά!

 

Τεχνική και καπιταλιστική νεωτερικότητα

Αναφερόμενοι στα περισσότερο συγκεκριμένα μέρη του συστήματος (σ’ αυτά που ο Χέγκελ αποκαλεί “πραγματικά” – Real), δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στο μέρος εκείνο της εγελιανής φιλοσοφίας που ασχολείται με τις βασικές έννοιες του νεωτερικού κόσμου (τη Φιλοσοφία του Δικαίου ή αυτό που ο Χέγκελ αποκαλεί αντικειμενικό πνεύμα), ένα από τα πλέον διαμεσολαβημένα και πλούσια σε προσδιορισμούς μέρη του εγελιανού συστήματος – ιδιαίτερα μάλιστα από τη στιγμή που εκεί η ιδέα της πλήρους διαμεσολάβησης από τεχνητές μορφές, έναντι μιας οποιαδήποτε καταγωγικής σταθερής φύσης, παίρνει την πλέον συστηματική της έκφραση, έχοντας ως κομβικό της σημείο τις μορφές που ο Χέγκελ θεματοποιεί υπό την εννοιολόγηση της “αστικής κοινωνίας”. Η συγκεκριμένη μορφή κοινωνίας θα μας φανερώσει με τη μεγαλύτερη δυνατή ένταση την εκδοχή αυτής της δυναμικής που ο Μαρξ αργότερα θα διακρίνει ως το ειδικό χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής συσσώρευσης – και εντός αυτής της δυναμικής η τεχνική μάς επιβάλλεται ως ενωμένη με την ολότητα της κοινωνικής διαμεσολάβησης. Πώς εκδηλώνεται αυτή η ενότητα της τεχνητής διαμεσολάβησης με την ολότητα των κοινωνικών σχέσεων της (καπιταλιστικής) αστικής κοινωνίας, αυτό, με άλλα λόγια, που αποκαλέσαμε πριν ενότητα του μηχανικού με το ένσκοπο; Η κοινωνική ζωή καταρχάς παύει να είναι μια φυσική ενότητα και διαφοροποιείται σε επιμέρους σφαίρες και λειτουργίες, η ανάδυση επομένως του πρωτείου της τεχνικής σε σχέση με τη φύση προβάλλει εδώ καταρχάς ως διαφοροποίηση και ως καταμερισμός εργασιών. Σ’ ένα περισσότερο συγκεκριμένο επίπεδο κοινωνικών σχέσεων, η ανάδυση αυτής της τεχνικής διαμεσολάβησης επισημαίνει έναν τεράστιο μετασχηματισμό στην κοινωνική δράση των ανθρώπων και πρωτίστως έναν μετασχηματισμό των κοινωνικών αναγκών και του τρόπου ικανοποίησής τους. Οι ανάγκες πλέον δεν είναι προσδιορισμένες και περιορισμένες σε αναφορά με τη φύση, αλλά εκδηλώνονται διαμεσολαβημένες από τις αφηρημένες μορφές της αγοράς –του κατεξοχήν αυτού φορέα τεχνικοποίησης των κοινωνικών σχέσεων–, ως εμπορεύματα και ως μονάδες χρήματος. Η ολότητα της κοινωνικής αναπαραγωγής μετατρέπεται σε μια μορφή “μηχανής” υψηλής συνθετότητας και διαμεσολάβησης που ο Χέγκελ ονομάζει (στη διαφοροποιημένη ενότητά του με το νεωτερικό κράτος) απόλυτο μηχανισμό, μηχανισμό δηλαδή ο οποίος είναι ταυτόχρονα και εσωτερική διαδικασία τοποθέτησης σκοπών ως αυτοπαραγωγή δομών, εκφράζοντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την εγελιανή φιλοσοφία της τεχνικής ως αναίρεση του διπόλου μηχανισμός-τελεολογία. Αυτή η φιλοσοφική προσέγγιση της τεχνικής εμπεριέχει όμως ταυτόχρονα και μια ιδιαίτερης σημασίας αποτίμηση του βαθμού οργανικής συνθετότητας της καπιταλιστικής νεωτερικότητας, που ο Μαρξ αξιοποίησε εντατικά στην εννοιολόγησή του για το κεφάλαιο και θα ήταν απαραίτητο να επαναπροσεγγίσουμε είτε θέλουμε να κατανοήσουμε τη σημερινή ανεπτυγμένη μορφή του καπιταλισμού είτε θέλουμε να σκεφτούμε το δύσκολο και απαιτητικό έργο της υπέρβασής του.

 

 

Μιχάλης Σκομβούλης, Διδάκωρ Φιλοσοφίας Πανεπιστήμιο Paris 1, Διδάσκων Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Δείτε όλα τα σχόλια
Κύριο άρθρο

Απολογισμός

Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε μια διαδικασία διεύρυνσης που θα τον αντιστοιχίσει πολιτικά και οργανωτικά στο 31,5% που πήρε στις πρόσφατες εκλογές. Στόχος είναι να εδραιωθεί ως μια δύναμη της Αριστεράς που θα αποτελεί, ταυτόχρονα, κορμό της προοδευτικής παράταξης.

Δειτε ολοκληρο το αρθρο
Όλες οι Ειδήσεις