Live τώρα    
Παππάνο και Ορχήστρα Αγίας Καικιλίας στην Αθήνα
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Παππάνο και Ορχήστρα Αγίας Καικιλίας στην Αθήνα

Γράφει ο Κυριάκος Π. Λουκάκος

Η πρώτη απευθείας επαφή μου με την τέχνη του Αντόνιο Παππάνο ανάγεται στο έτος 2005 και έλαβε χώραν στην περιώνυμη Βασιλική Όπερα Κόβεντ - Γκάρντεν του Λονδίνου. Και όχι τυχαία, αφού το ιταλοπρεπές όνομα του μαέστρου μαρτυρεί μεν την καταγωγή του αίματος, αλλά παρασιωπά το γεγονός της γέννησής του στη βρετανική πρωτεύουσα, μια περίπτωση όχι δυσανάλογη με εκείνην του -επίσης ιταλικής καταγωγής και εν τέλει Σερ- Τζων Μπαρμπιρόλλι. Διανύοντας ήδη τότε τον 3ο χρόνο της θητείας του ως Μουσικού Διευθυντή του Θεάτρου, ο Παππάνο διηύθυνε έναν κύκλο παραστάσεων της «Βαλκυρίας» του Ρίχαρντ Βάγκνερ, οικοδομώντας πλήρη κύκλο της επικής Τετραλογίας με εξέχοντες πρωταγωνιστές τους μεσόφωνο Βάλτράουντ Μάγιερ και τενόρο Πλάθιντο Ντομίνγκο ως αδελφούς - εραστές Βέλζουνγκ και τον Ουαλλό μπασοβαρύτονο Μπρυν Τέρφελ στο μέρος του θεϊκού πατέρα τους Βόταν, άπαντες υπό την σκηνοθετική εποπτεία του αείμνηστου Στέφανου Λαζαρίδη. Ήταν εβδομάδα εντατικής βαγκνερικής δίαιτας με την παρακολούθηση 3 (!) συνεχών παραστάσεων της «Βαλκυρίας» στον άμεσο απόηχο της πολύνεκρης βομβιστικής επίθεσης στον υπόγειο σιδηρόδρομο του Λονδίνου και την πρώτη αυτών απολαύσαμε, με την μεσολάβηση του ίδιου του Λαζαρίδη, από το director’s box, που επέτρεπε άμεση οπτική επαφή με την τάφρο της Ορχήστρας. Την δική μας ισχυρή εντύπωση από την παρουσία του στο πόντιουμ ενίσχυσε η ανάληψη από τον Παππάνο, το αμέσως ερχόμενο διάστημα, της μουσικής διεύθυνσης της Εθνικής Ακαδημίας της Αγίας Καικιλίας της Ρώμης και της Ορχήστρας της, επικεφαλής της οποίας ο αρχιμουσικός έμελλε εν τέλει να επισκεφθεί την Αθήνα για 2 συναυλίες (21+22/03/2011).

Ο Παππάνο συμβάλλει με την παρουσία του στο προγραμματικό άνοιγμα και την άνοδο του ποιοτικού επιπέδου του ιστορικού αυτού συγκροτήματος και έδωσε το στίγμα του ήδη από την επιλογή ως εναρκτήριου έργου της πρώτης συναυλίας μιας εξαιρετικής σπανιότητας, της πλήρους αναπτύγματος εισαγωγής που ο Τζουζέππε Βέρντι είχε προορίσει για την «Αΐντα» του, προτού καταλήξει στο οικείο λιτό πρελούδιο. Πέραν του ότι η σύνθεση αυτή καταγράφεται ως η τελευταία παρόμοια του συνθέτη της, πρόκειται μάλλον για μιαν ουβερτούρα - φαντασία στο ύφος, φερειπείν, της περίπου σύγχρονής της «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Τσαϊκόφσκι, αφού η ενσωμάτωση θεματικού υλικού από την όπερα παρουσιάζει εξαιρετική ελευθερία, χωρίς την ανακεφαλαιωτική θεματική παράθεση που διατρέχει εκείνες των «Σικελικών Εσπερινών» ή της «Δύναμης του Πεπρωμένου». Ακόμη και με την επιβαρυντική ανάμνηση μιας παλιάς εγγραφής του Αρτούρο Τοσκανίνι, ο Παππάνο και η Ορχήστρα του μας χάρισαν απλόχερα το θερμό λεγκάτο καντάμπιλε, για το οποίο πάσχιζε τόσο αποτελεσματικά ο μαεστρίσσιμο, ενώ συναρπαστική υπήρξε και η παθιασμένη δραματικότητα, με την οποία ο αρχιμουσικός δικαίωσε τις διάσπαρτες κορυφώσεις του έργου.

Τοσκανίνειας σφοδρότητας υπήρξε και η έφοδός του στο 1ο κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα του Φραντς Λιστ, εγκαθιδρύοντας διάλογο σκανδαλιστικών διακινδυνεύσεων με τον χαρισματικό σολίστ Μπόρις Μπερεζόφσκι, έναν πραγματικό κορυφαίο της σύγχρονης ρωσικής σχολής του πιάνου, του οποίου οι ατομικές και συναυλιακές εμφανίσεις -της αθηναϊκής μη εξαιρουμένης- αποτελούν περιζήτητες δηλώσεις θριάμβου επί των τεχνικών απαιτήσεων και του βαθμού μουσικής κατανόησης των ερμηνευόμενων έργων: πόσο ανεπίληπτη και αδρή η συνεργασία πιανίστα και μαέστρου σε υπερταχείες αγωγικές επιλογές, πόσο ποιητική η λυρική εγκατάλειψη στο quasi adagio! Και πόσο σπάνια έρχεται κάποιος αντιμέτωπος με παρόμοια ερμηνευτική αυτοπεποίθηση, ταχυδακτυλουργική εντιμότητα, νεανική ενέργεια και σφριγηλό ρομαντισμό στο πλαίσιο των 2 διαχρονικά υποτιμώμενων νεανικών κοντσέρτων του 1825. Ήταν ένας κοινός άθλος και δικαίως ο Παππάνο διεκδίκησε συμμετοχή στο ανκόρ που φιλοδώρησε τους ουρανομήκεις αλαλαγμούς του κοινού...

Αν και η συμφωνία του Γκούσταφ Μάλερ, που επανέρχεται με ανεπιθύμητη συχνότητα στα προγράμματα του Μεγάρου, φάνηκε να καταγράφει νευρικότητα σε σχέση με την παρατεταμένη ακινησία της εισαγωγής της, η εξέλιξη αποκάλυψε την οπτική του Παππάνο για μια φυσιολατρία υποταγμένη στην σύγχρονη αγχώδη διαχείριση του χρόνου: όπλα του, η εντυπωσιακή επένδυση στην φαινομενικά ακατέργαστη επίφαση ενός δαιμονιώδους πολυφωνικού οργίου, νευρικά τέμπι, εξαίρετη διαχείριση του ρυθμικού βηματισμού (π.χ. στη β' κίνηση, όπου άρθρωσε με σαρκαστική νωχέλεια την παρωδία του βαλς) και μια εν γένει παροξυσμική θεατρικότητα, υπομνηστική, παρεμπιπτόντως, του συμπατριώτη του Τζουζέππε Σινόπολι, που κατέλιπε μαλερικές εγγραφές με την ίδια ορχήστρα (μιαν ανερυθρίαστα μελοδραματική 5η!) και αυτόν τον καιρό συμπληρώνονται 10 χρόνια από τον ξαφνικό όσο και πρόωρο θάνατό του. Συνεχίζεται...

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0