ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Κατά φαντασίαν... σταθεροποίηση
Η προεκλογική κυβερνητική ευφορία σχετικά με τη σταθεροποίηση κι έξοδο της οικονομίας από την κρίση φέτος, βρήκε στήριξη στις εκτιμήσεις της τρόικας για βαθμιαία ανάκαμψη και δημοσιονομικές επιδόσεις που θα επιτρέψουν την επίτευξη των στόχων του προγράμματος.
Με άλλα λόγια, την ίδια ώρα που το ΔΝΤ παραδέχεται πως στην περίπτωση της Ελλάδας έκανε ένα από τα τρία μεγαλύτερα σφάλματα προγραμματικού σχεδιασμού στην ιστορία του κι ενώ ΟΟΣΑ και ΔΝΤ έχουν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο επισημάνει -τελευταία μαζί με στελέχη της κυβέρνησης- πως το χρέος δεν είναι βιώσιμο με το τρέχον πρόγραμμα και θα απαιτηθεί το «κούρεμά» του, ο πρωθυπουργός και η τρόικα μάς καθησυχάζουν πως σχεδόν όλα βαίνουν καλώς και η χώρα θα εξέλθει σύντομα στις αγορές, καθώς η κρίση και το Μνημόνιο αποτελούν παρελθόν.
Τίποτα, ωστόσο, δεν είναι πιο μακριά από την πραγματικότητα. Τα ασφαλιστικά ταμεία αντιμετωπίζουν φέτος νέα τρύπα εξαιτίας της μείωσης των εισφορών με οτιδήποτε αυτό συνεπάγεται σε συμπίεση των συντάξεων, οι πραγματικοί μισθοί μειώνονται λόγω αποπληθωρισμού, διάλυσης των εργασιακών σχέσεων και ανεργίας, οι τράπεζες πιέζονται με την ανακεφαλαιοποίηση να ξεσκαρτάρουν τα προβληματικά τους δάνεια, η έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης παρατείνεται για δύο χρόνια, νέα μέτρα λιτότητας αναμένονται λόγω του 1 δισ. που το ΣτΕ αποφάσισε να επιστραφεί στους ένστολους, και επιπλέον η ΓΣΕΒΕΕ εκτιμά πως περίπου οι μισές μικρομεσαίες επιχειρήσεις κινδυνεύουν με «λουκέτο» το επόμενο διάστημα, με 65.000 να βρίσκονται στο «κόκκινο» λόγω μείωσης τζίρου και συσσώρευσης χρεών, με συνέπεια να κινδυνεύουν να χαθούν 47.000 θέσεις εργασίας.
Στο μεταξύ, στη Γερμανία τα εμπορικά πλεονάσματα αυξάνονται, αλλά αυτό γίνεται διατηρώντας τους πραγματικούς μισθούς χαμηλά (το 2013 μειώθηκαν 0,2%) με συνέπεια να μην αποδίδει το εξαγωγικό μοντέλο που προτείνεται ευλαβικά στην ευρωπεριφέρεια και ειδικά στην Ελλάδα, οι εξαγωγές της οποίας πέρσι δεν γνώρισαν καμία ουσιαστική επέκταση.
Αν, λοιπόν, η εγχώρια κατανάλωση δεν μπορεί να ανακουφιστεί με τα 500 εκατ. ευρώ προεκλογικών παροχών εξαιτίας όλων των άλλων επιβαρύνσεων και οι εξαγωγές σκοντάφτουν στην ασθενική γερμανική ζήτηση και το ανατιμημένο ευρώ, μήπως η ανάκαμψη θα έλθει από τις επενδύσεις;
Δυστυχώς, το επενδυτικό κλίμα έχει βαρύνει διεθνώς εξαιτίας του συνεχιζόμενου tapering εκ μέρους της Fed, της ανόδου των επιτοκίων σε μία σειρά από αναδυόμενες οικονομίες, της επιβράδυνσης της ανάπτυξης και των ανησυχιών για πιστωτική φούσκα στην Κίνα, της υπερεπέκτασης των χρηματιστηριακών αγορών και της κατακόρυφης ανόδου του γεωπολιτικού κινδύνου με την ουκρανική κρίση σε πλήρη εξέλιξη.
Στις συνθήκες αυτές της παγκόσμιας αποσταθεροποίησης είναι συνεπώς να απορεί κανείς πώς στην Ελλάδα οι αρχές μιλούν για σταθεροποίηση κι έξοδο στις αγορές. Και πώς δεν φυλάγονται από τις υπεραισιόδοξες προβλέψεις δίνοντας προσοχή σε μελέτες όπως αυτή του ινστιτούτου Bruegel -με θέμα την έξοδο των χωρών της ευρωπεριφέρειας από τα προγράμματα στήριξης- που υποστήριξε την άποψη ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να μείνει εκτός αγορών μέχρι το 2030. Και πως για να συμβεί αυτό, η Ελλάδα θα έπρεπε να μπει σ' ένα 3ο πρόγραμμα...
*Άρθρο του Κώστα Καλλωνιάτη, 21.3.2014