Για προχειρότητα, διγλωσσία και γελοιοποίηση της χώρας ενόψει της ανάληψης της Ευρωπαϊκής Προεδρίας κατηγορεί την κυβέρνηση η Greenpeace, μετά την κοινοποίηση της έκθεσης του ΥΠΕΚΑ στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχετικά με τα μέτρα και τις πολιτικές που ορίζει η Οδηγία για την ενεργειακή απόδοση (Ε.Ε. 2012/27).
H οργάνωση επισημαίνει ότι στην εν λόγω έκθεση αποκαλύπτεται ότι το σημαντικότερο μέτρο για την προώθηση της εξοικονόμησης ενέργειας είναι η αύξηση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στο πετρέλαιο θέρμανσης, η οποία προβλέπεται ότι θα ισχύει έως το 2020, ενώ περιγράφονται ελάχιστες ουσιαστικές παρεμβάσεις για την αύξηση της ενεργειακής απόδοσης.
Αυτό σημαίνει, όπως εξηγεί, ότι λιγότερες από 230.000 κατοικίες θα αναβαθμιστούν ενεργειακά έως το 2020, όταν σήμερα περισσότερες από 2.700.000 κατοικίες στερούνται βασικής μόνωσης στην Ελλάδα. Στην ανακοίνωσή της η οργάνωση υπογραμμίζει ότι "ενώ η ενεργειακή αναβάθμιση κτηρίων είναι μία τεράστια επενδυτική ευκαιρία για τη χώρα, η έκθεση του ΥΠΕΚΑ αποδεικνύει για άλλη μία φορά ότι η προώθηση επενδύσεων που μεγιστοποιούν τα οφέλη για την κοινωνία και το περιβάλλον απουσιάζουν από την κυβερνητική ατζέντα".
Θεωρεί δε ότι η ενεργειακή αναβάθμιση 1.000.000 κατοικιών έως το 2020 θα εξοικονομούσε για τους καταναλωτές 9 δισ. ευρώ από τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας. Η Greenpeace καλεί την κυβέρνηση:
* Να προχωρήσει αμέσως σε ουσιαστικά μέτρα και πολιτικές για την ενεργειακή απόδοση και την εξοικονόμηση ενέργειας.
* Να εκπονήσει ένα αποφασιστικό πρόγραμμα για την ενεργειακή αναβάθμιση του υπάρχοντος κτηριακού αποθέματος με στόχο την αναβάθμιση τουλάχιστον 1.000.000 κατοικιών έως το 2020, όπως προέβλεπαν οι στόχοι του προγράμματος "Χτίζοντας το Μέλλον", ενός προγράμματος που δεν υποστηρίχθηκε ποτέ πραγματικά.
Και την αξιωματική αντιπολίτευση να εγκαταλείψει τη ρητορική του "φθηνού πετρελαίου", να υποστηρίξει δημόσια την εξοικονόμηση ενέργειας ως κοινωνική πολιτική αναπτυξιακού χαρακτήρα και να επεξεργαστεί πραγματικές λύσεις, όχι για την προώθηση της κατανάλωσης πετρελαίου, αλλά για την εξοικονόμησή του, ως την πιο αποδοτική πολιτική για την καταπολέμηση της ενεργειακής φτώχειας και τη μείωση του ενεργειακού κόστους.