Ανταπόκριση από την Πράγα, ΚΩΣΤΑΣ ΤΣΙΒΟΣ
Μία βδομάδα μετά την ανακοίνωση των εκλογικών αποτελεσμάτων, η Τσεχική Δημοκρατία εισέρχεται σε μια περίοδο παρετεταμένης αβεβαιότητας, στην οποία συντελεί ο πολυκερματισμός του πολιτικού σκηνικού, με τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα, εξαιρουμένου του Κ.Κ. Τσεχίας, να έχουν υποστεί σημαντική μείωση των εκλογικών τους ποσοστών. Σε πραγματικό νικητή της εκλογικής αναμέτρησης αναδεικνύονται δύο λαϊκιστικά «κόμματα - επιχειρήσεις», τα οποία εμφανίστηκαν στο πολιτικό σκηνικό της χώρας λίγους μήνες πριν τις πρόωρες εκλογές. Για πρώτη φορά στην ιστορία της Τσεχίας θα εκπροσωπούνται στη Βουλή επτά κόμματα. Ας σημειωθεί ότι το ποσοστό αποχής ανήλθε στο 40%, σημειώνοντας νέα αύξηση σε σύγκριση με τις προηγούμενες εκλογές.
Νικητές - ηττημένοι...
Σε τυπικό νικητή των εκλογών «αναδείχτηκε» το μέχρι τώρα αντιπολιτευόμενο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, το οποίο, προβάλλοντας το σύνθημα «Επανίδρυση του κράτους», απέσπασε μόλις 20% των ψήφων, διαψεύδοντας τις δημοσκοπήσεις και τις προσδοκίες των ηγετικών του στελεχών, τα οποία ανέμεναν ποσοστά της τάξης 25 με 30%. Η αποτυχία αυτή συνοδεύτηκε με την κορύφωση της ενδοκομματικής κρίσης που εδώ και χρόνια υποβόσκει στο κόμμα. Η φράξια του αντιπροέδρου Πετρ Χάσεκ χαρακτήρισε ως υπεύθυνο για την εκλογική ήττα τον πρόεδρο της παράταξης Μπόχουσλαβ Σόμποτκα, ζητώντας την άμεση παραίτησή του, μολονότι μια μέρα νωρίτερα διαβεβαίωνε για το αντίθετο.
Υποστηρικτής του Χάσεκ και ουσιαστικά εμπνευστής του εσωκομματικού πραξικοπήματος είναι ο ίδιος ο Πρόεδρος της Τσεχικής Δημοκρατίας, Μίλος Ζέμαν, πρώην ηγέτης των Τσέχων Σοσιαλδημοκρατών, ο οποίος με αυτό τον τρόπο εκδικείται τον Σόμποτκα επειδή δεν τον υποστήριξε σε προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Το ομαδικό χαρακίρι της ηγεσίας των Σοσιαλδημοκρατών δεν μπορεί να ερμηνευτεί με όρους ιδεολογικής αντιπαράθεσης, καθώς και οι δύο φράξιες δεν αντιπαρατίθενται για λόγους προγραμματικούς, αλλά καθαρά για τα συμφέροντα διαφορετικών επιχειρηματικών ομίλων.
Το εσωκομματικό πραξικόπημα εκτυλίχθηκε ουσιαστικά on line, είχε μια απίθανη κωμικοτραγική εξέλιξη και πλοκή, η οποία εν τέλει οδηγεί στην απάλειψη κάθε στοιχείου αξιοπιστίας και σοβαρότητας από την πολιτικά ερμαφρόδιτη ηγεσία των Σοσιαλδημοκρατών, συμβάλλοντας στην περαιτέρω αποδόμηση του πολιτικού συστήματος της χώρας. Οι Σοσιαλδημοκράτες με τη συμπεριφορά τους δικαιώνουν τη ρητορική των δύο νέων λαϊκιστικών παρατάξεων που εισήλθαν στη Βουλή, οι οποίες εμφανίζονται πλέον ως αδιαμφισβήτητοι νικητές των εκλογών, ενώ αναδεικνύονται σε ρυθμιστές των περαιτέρω εξελίξεων.
Σε πραγματικό νικητή των εκλογών αναδείχτηκε η «απολίτικη» παράταξη ΑΝΟ των «Αγανακτισμένων Πολιτών» του Σλοβάκου επιχειρηματία Άντρεϊ Μπάμπις. Η παράταξη ιδρύθηκε μόλις προ διετίας από τον Μπάμπις, ιδιοκτήτη του ομίλου Agrofert, ο οποίος κατέχει τα περισσότερα εργοστάσια παραγωγής τροφίμων στη χώρα και απασχολεί περίπου 30.000 εργαζόμενους. Ένα τρίμηνο πριν τις εκλογές ο Μπάμπις πρόσθεσε στην επιχειρηματική του αυτοκρατορία και τη μεγαλύτερη ομάδα ΜΜΕ της χώρας, τον όμιλο MAFRA. Κύριο σύνθημα της παράταξης στην προεκλογική εκστρατεία ήταν «Όλοι οι πολιτικοί κλέβουν! Δεν είμαστε σαν τους πολιτικούς»...
Κόμμα - επιχείρηση
Δεν είναι η πρώτη φορά που στην τσεχική Βουλή θα εκπροσωπείται ένα «κόμμα-επιχείρηση». Στην προηγούμενη Βουλή ήταν οι «Δημόσιες Υποθέσεις» του επιχειρηματία Βιτ Μπάρτα, ο οποίος δραστηριοποιούνταν στον χώρο της ιδιωτικής ασφάλειας. Δεν πέρασε ένα εξάμηνο από τις προηγούμενες εκλογές και το κόμμα, που συμμετείχε και στην προηγούμενη κυβέρνηση, διαλύθηκε μετά από απανωτά σκάνδαλα, στα οποία φέρονταν να εμπλέκονται σχεδόν όλοι οι βουλευτές του. Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο κ. Μπάρτα, που πρόσφατα ήταν υποψήφιος με το κόμμα «Αυγή» του ιαπωνικής καταγωγής κ. Οκαμούρα, συνελήφθη μαζί με αξιωματικό της αστυνομικής Υπηρεσίας Κατοπολέμισης της Διαφθοράς, κατηγορούμενος για "εξαγωρά απόρρητων πληροφοριών". (Σημ.: Κατά τη διάρκεια της θητείας της προηγούμενης Βουλής προφυλακίστηκαν ή εξακολουθούν να εκτίουν ποινή φυλάκισης επτά από τα συνολικά 200 μέλη της τσεχικής Βουλής.)
Στη νέα Βουλή, η νέα παράταξη ΑΝΟ θα εκπροσωπείται από 47 βουλευτές, μεταξύ των οποίων αρκετά στελέχη του επιχειρηματικού ομίλου Agrofert, δημοσιογράφοι, τηλε-περσόνες αλλά και άλλες προσωπικότες που για πρώτη φορά εμφανίζονται στη δημόσια ζωή της χώρας. Λογικά κανείς, ούτε ο ίδιος ο Μπάμπις, δεν μπορεί να προεξοφλίσει την περαιτέρω στάση τους. Ο Μπάμπις προεκλογικά εξέφραζε την πρόθεσή του να παραμείνει στην αντιπολίτευση προκειμένου να «μαθητεύσει», όπως έλεγε, στην πολιτική. Μετά τις εκλογές καθίσταται «υποχρεωτικά» συμμέτοχος οποιασδήποτε προσπάθειας για δημιουργία, τρόπος του λέγειν, βιώσιμης κυβέρνησης. Μένει να αποδειχτεί τι νέα στοιχεία θα προσθέσει στο τσεχικό πολιτικό σκηνικό το νέο «κόμμα-επιχείρηση», το οποίο εκτός από την τεράστια οικονομική του επιρροή, διαθέτει μια άνευ προηγουμένου πρόσβαση στον μιντιακό χάρτη της Τσεχίας.
Στο προσκήνιο το Κ.Κ.
Στους νικητές των εκλογών συμπεριλαμβάνεται και το Κ.Κ. Τσεχίας και Μοραβίας, που είδε τα ποσοστά του να ανεβαίνουν από 11 σε 15%. Η εκλογική του επιτυχία εξηγείται εν μέρει από το γεγονός ότι είναι το μοναδικό κόμμα που δεν έχει εμπλακεί σε σκάνδαλα διαφθοράς. Μολονότι η κομματική του βάση αποτελείται στη συντριπτική της πλειοψηφία από συνταξιούχους, κατόρθωσε να εμφανιστεί με νέους υποψήφιους, συμπεριλαμβάνοντας στα ψηφοδέλτιά του και αρκετούς ανεξάρτητους. Επιπλέον, κατόρθωσε να εμφανιστεί προς τα έξω ενωμένο, κρατώντας υπό έλεγχο τις διαφωνίες που εκδηλώνονται μεταξύ των διαφόρων τάσεων αναφορικά με τη χάραξη της μελλοντικής του στρατηγικής. Η ηγεσία των Τσέχων κομμουνιστών ευελπιστούσε σε σημαντικότερη ενίσχυση της Αριστεράς (δηλαδή των Σοσιαλδημοκρατών), προσδοκώντας συμμετοχή ή διακριτική υποστήριξη μιας αριστερής κυβέρνησης, γεγονός που θα έβγαζε την παράταξη από την ιδιότυπη πολιτική απομόνωση στην οποία περιήλθε μετά το 1990. Μετά τις τελευταίες εξελίξεις στο εσωτερικό των Σοσιαλδημοκρατών, η αντιπρόεδρος του κόμματος Μίλοσλαβα Βόστρα δήλωσε ότι οι Τσέχοι Σοσιαλδημοκράτες έχασαν το δικαίωμα να αποκαλούνται ηγέτιδα δύναμη της Αριστεράς, ενώ το Κ.Κ. Τσεχίας αποτελεί πλέον τον μοναδικό αξιόπιστο εγγυητή ενός αριστερού προγράμματος για τη χώρα.
Συντριπτική ήττα υπέστησαν οι συντηρητικές παρατάξεις που απάρτιζαν την κυβέρνηση της χώρας μέχρι τον περασμένο Ιούνιο. Το Δημοκρατικό Κόμμα του πρώην πρωθυπουργού Πετρ Νέτσας είδε τα ποσοστά του να περιορίζονται από 18 σε 7,7%. Ας σημειωθεί ότι ο Πετρ Νέτσας «νίκησε» προ τριετίας με το σύνθημα «Ψηφίστε μας για να μη γίνουμε Ελλάδα - κυβέρνηση δημοσιονομικής υπευθυνότητας και καταπολέμησης της διαφθοράς». Τον περασμένο Ιούνιο αποδείχτηκε ότι ουσιαστικός κυβερνήτης της χώρας δεν ήταν ο πρωθυπουργός, αλλά η ξανθιά γραμματέας του Γιάννα Νάγκιοβα, η οποία στον προθάλαμο του πρωθυπουργικού γραφείου ανέθετε σε μαφιόζους την εκτέλεση σημαντικών έργων, ενώ παράλληλα καθοδηγούσε τις μυστικές υπηρεσίες της χώρας. Ο έταιρος κυβερνητικός εταίρος, η παράταξη ΤΟΡ 09, είδε τα ποσοστά της να μειώνονται από 17% σε 12% και έτσι αναδεικνύεται πλέον στον σημαντικότερο πόλο συσπείρωσης των παραδοσιακά συντηρητικών ψηφοφόρων της Τσεχίας.
Η "Αυγή" στη Βουλή...
Στη νέα Βουλή θα εκπροσωπείται επίσης το νεοδημιούργητο λαϊκιστικό κόμμα «Αυγή», του επιχειρηματία Τόμιο Οκαμούρα, ο οποίος, με το σύνθημα «Στοπ στη διαφθορά» και με υποσχέσεις περί καθιέρωσης δημοψηφισμάτων α λα Ελβετία, έλαβε 6,8%. Αντίστοιχο ποσοστό έλαβαν και οι μετριοπαθείς Χριστιανοδημοκράτες της Τσεχίας, οι οποίοι υπό την ηγεσία του 36χρονου Πάβελ Μπιέλομπραντεκ θα εκπροσωπούνται, μετά από ένα τριετές διάλειμμα, όχι μόνο στη νέα Βουλή, αλλά πιθανότητα και στη νέα κυβέρνηση.
Αντί επιλόγου ή άλλης αξιολόγησης για το θολό πολιτικό σκηνικό που προέκυψε στην Τσεχία μετά τις τελευταίες εκλογές παραθέτουμε το σχόλιο του Πάβελ Ρύχετσκι, Προέδρου του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Τσεχίας: «Γινόμαστε μάρτυρες της πτώσης και του εκφυλισμού της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, έτσι όπως τη γνωρίσαμε στη Δυτική Ευρώπη μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Γινόμαστε μάρτυρες ενός, για μένα απαράδεκτου, ξεχαρβαλώματος του κοινωνικού κράτους, τις βάσεις του οποίου έθεσε ο Όττο φον Μπίσμαρκ. Γινόμαστε μάρτυρες ιδιωτικοποίησης των δημοσίων λειτουργιών του κράτους. Η πολιτική εκπροσώπηση, ανεξάρτητα εάν στην παρούσα περίσταση είναι κυβερνητική ή αντιπολιτευόμενη, απεμπώλησε εντελώς τις αρχές του δημοκρατικού κράτους».