Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις πέντε γερμανικών ινστιτούτων δημοσκοπήσεων
Χριστιανοδημοκράτες: από 39% έως 41%
Σοσιαλδημοκράτες: από 23% έως 26%
Φιλελεύθεροι: από 5% έως 6%
Αριστερά: από 8% έως 10%
Πράσινοι: από 11% έως 12%
Πειρατές: από 2% έως 3%
Εναλλακτική για τη Γερμανία: από 1% έως 4%]
Κάτι η πολυδιαφημισμένη τηλεοπτική μονομαχία μεταξύ της καγκελαρίου Άνγκελας Μέρκελ και του Σοσιαλδημοκράτη αντιπάλου της Πέερ Στάινμπρικ, την περασμένη Κυριακή, κάτι το -πολύ πιο συγκρουσιακό- ντιμπέιτ που ακολούθησε μεταξύ των επικεφαλής των τριών μικρότερων κομμάτων, των Φιλελεύθερων, της Αριστεράς και των Πράσινων, κάτι η εμφάνιση της κομματικής διαφήμισης στις οθόνες και άρχισαν κάπως να υποχωρούν τα... βαθιά χασμουρητά που προκαλούσε μέχρι πρότινος αυτή η εκλογική αναμέτρηση στους Γερμανούς ψηφοφόρους
Τα μέσα ενημέρωσης κάνουν φιλότιμες προσπάθειες να ξυπνήσουν το ενδιαφέρον των πολιτών, τα ιδιωτικά κανάλια, που απευθύνονται κυρίως στους νέους, έχουν ξεκινήσει μια πρωτόγνωρη καμπάνια με σύνθημα «πηγαίνετε να ψηφίσετε» και τα στρατηγεία των κομμάτων ανεβάζουν τους προεκλογικούς τόνους, με το βλέμμα τους στραμμένο στους αναποφάσιστους.
Στον ίσως μεγαλύτερο αστάθμητο παράγοντα στην τελική ευθεία αυτών των εκλογών αναδεικνύεται το θέμα της Συρίας, που κυριαρχεί στα δελτία ειδήσεων. Το κυρίαρχο κλίμα στη Γερμανία είναι κατά του πολέμου, κι ακόμη περισσότερο κατά μιας γερμανικής συμμετοχής σε μια πιθανή αμερικανική επέμβαση. Ωστόσο, δεν είναι αυτονόητο ότι η Μέρκελ θα πει το μεγάλο «όχι» στους Αμερικάνους εταίρους της, όπως έκανε ο προκάτοχός της Γκέρχαρντ Σρέντερ το 2002 για τον πόλεμο του Ιράκ. Εάν μέχρι την ώρα που θα ανοίξουν οι κάλπες αρχίσει η επέμβαση στη Συρία, έστω μόνο με τη συναίνεση και χωρίς τη συμμετοχή της γερμανικής κυβέρνησης, τότε θα πάρουν ένα αντιπολεμικό «μπόνους» πρωτίστως η Αριστερά, ενδεχομένως και οι Πράσινοι, που αυτή τη φορά δεν έχουν στην πρώτη γραμμή στελέχη παρεμβατικά στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, όπως κάποτε ο Γιόσκα Φίσερ.
Πέρα από τη Συρία, όμως, που συγκινεί μεν τη γερμανική κοινωνία, αλλά δεν αφήνει πολλά περιθώρια πρωτοβουλιών στη γερμανική πολιτική -το Βερολίνο είναι μάλλον κομπάρσος σ' αυτή την κρίση, όπως ήταν και στην περίπτωση της Λιβύης- το βασικό θέμα αυτού του προεκλογικού αγώνα είναι η κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτό τουλάχιστον κατάφερε να επιβάλει η αντιπολίτευση, την εβδομάδα που πέρασε, αν και δεν είναι βέβαιο ότι θα τη βοηθήσει να κλείσει τον δρόμο του νυν κυβερνητικού συνασπισμού σε μια νέα θητεία.
Το σύνθημα του κατώτατου μεροκάματου
Ο αριθμός που ακούγεται κατά κόρον αυτές τις μέρες στις προεκλογικές συγκεντρώσεις, συζητήσεις και εκπομπές είναι τα 8,5 ευρώ ως κατώτατο ωρομίσθιο που πρέπει να νομοθετηθεί για όλους τους κλάδους. Το ποσό αυτό θεωρείται το ελάχιστο, ώστε να μπορεί ένας εργαζόμενος που δουλεύει οκτάωρο να ζει πάνω από το όριο της φτώχειας και να μην αναγκάζεται να ζητά στήριξη από το κράτος πρόνοιας. Τα 8,5 ευρώ τα έχουν κάνει σημαία οι Σοσιαλδημοκράτες, και τους στηρίζουν απόλυτα οι Πράσινοι. Για την Αριστερά, πάλι, το ζητούμενο είναι τα 10 ευρώ.
Από το κυβερνητικό στρατόπεδο μόνο οι Φιλελεύθεροι λένε ένα ξεκάθαρο «όχι» στο κατώτατο μεροκάματο, πιστοί στη λογική ότι «όλα τα ρυθμίζει η αγορά». Η Μέρκελ, αντίθετα «τσαλαβουτάει» στο θέμα. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί την κατηγορούν πως κλέβει τα συνθήματα των Σοσιαλδημοκρατών. Στην τηλεμαχία της με τον Στάινμπρικ είπε ότι βεβαίως πρέπει να μπορούν οι εργαζόμενοι να ζουν από τη δουλειά τους, ότι βεβαίως είναι καλό να υπάρχει κατώτατο μεροκάματο, αλλά αυτό πρέπει να το αποφασίσουν οι κοινωνικοί εταίροι στις διαπραγματεύσεις τους για συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Η Μέρκελ προσπαθεί να μετατρέψει ένα βαθιά πολιτικό θέμα σε διαδικαστικό και ενδέχεται μέχρι τις εκλογές να τα καταφέρει.
Το μεγάλο χειροπιαστό ατού της είναι η καλή οικονομική κατάσταση στη Γερμανία, η χαμηλή ανεργία, η περιορισμένη ανασφάλεια. Το μεγάλο ψυχολογικό ατού της είναι ότι δεν προτείνει καμία αλλαγή σε μια περίοδο που οι Γερμανοί είναι ευχαριστημένοι από τον εαυτό τους. «Με ξέρετε, θα φροντίσω ώστε όλα να μείνουν καλά ως έχουν», είναι το μότο της.
Αυτό το μότο προσπαθεί να αποδομήσει η αντιπολίτευση, αφενός αναλαμβάνοντας περισσότερο ή λιγότερο πειστικά τον ρόλο του συνηγόρου των χαμένων της νυν γερμανικής ευημερίας, αφετέρου κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για τα ρίσκα της μερκελικής ακινησίας.
Η φτώχεια των Γερμανών...
Σοσιαλδημοκράτες, Πράσινοι και Αριστερά -που στον τομέα της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής έχουν περισσότερα κοινά από ποτέ- αναδεικνύουν το σκοτεινό πρόσωπο του νέου γερμανικού εργασιακού θαύματος, τα εκατομμύρια των ανθρώπων που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας, αν και είναι πλήρως εργαζόμενοι, τις επισφαλείς σχέσεις εργασίας που πληθαίνουν, την σχεδόν τριτοκοσμική κατάσταση με τους «δανεικούς» εργαζόμενους, την όλο και πιο ταξική «κρησάρα» του εκπαιδευτικού συστήματος, τον κίνδυνο της εξαθλίωσης που περιμένει πολλούς από τους σημερινούς επισφαλώς εργαζόμενους όταν φτάσουν σε ηλικία συνταξιοδότησης. Εδώ η απάντηση της Μέρκελ είναι μπακάλικα, «κάλλιο κακή δουλειά, παρά καθόλου» και «ρίξτε μια ματιά να δείτε τι γίνεται στην υπόλοιπη Ευρώπη». Μάλιστα, σε ένα υπόγειο άνοιγμα προς τους Σοσιαλδημοκράτες, ώστε να κυβερνήσει μαζί τους εάν δεν βγουν τα κουκιά με τους «αγαπημένους» της Φιλελεύθερους, δεν ξεχνάει να επαινέσει τη μεταρρυθμιστική Ατζέντα 2010 της κυβέρνησης Σρέντερ, για τη σημερινή «άνθηση» στην αγορά εργασίας, ούτε τον αντίπαλό της Πέερ Στάινμπρικ, για τον τρόπο που χειρίστηκε το 2008 την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση ως υπουργός της των Οικονομικών στον μεγάλο συνασπισμό.
...και το ελληνικό κλωτσοσκούφι
Την ίδια ώρα, βέβαια, όταν η Μέρκελ νοιώθει ότι στριμώχνεται στον προνομιακό ρόλο της ως «μαντάμ Ευρώπη» και «συνετή» διαχειρίστρια της ευρωκρίσης - κάτι που συμβαίνει όταν φουντώνει η φιλολογία για τρίτο πακέτο στήριξης στην Ελλάδα ή για κούρεμα του ελληνικού χρέους- αντεπιτίθεται λέγοντας ότι για την κρίση φταίνε οι Σοσιαλδημοκράτες, επειδή πρώτον, έβαλαν, ως μη όφειλαν, την Ελλάδα στο ευρώ και δεύτερον, παραβίασαν το Σύμφωνο Σταθερότητας της ΟΝΕ. Η Ελλάδα έχει καταντήσει κλωτσοσκούφι στην προεκλογική Γερμανία, καθώς αποτελεί εύκολο- και σχετικά ανώδυνο- στόχο. Εύκολο, διότι έχουν πειστεί η πλειονότητα των Γερμανών ότι η Ελλάδα είναι «ειδική περίπτωση» και φταίει η ίδια για την κρίση της. Και ανώδυνο, διότι άλλο είναι να παραδέχεσαι ότι «υπάρχουν προβλήματα με το ελληνικό πρόγραμμα» κι ότι μπορεί να χρειαστούν άλλα 10 δισεκατομμύρια - σταγόνα στον ωκεανό μπροστά στα 250 των δύο πρώτων πακέτων- κι άλλο να σκάσει καταμεσής του προεκλογικού αγώνα μια κλιμάκωση της κρίσης στην Ισπανία ή την Ιταλία.
Η αλήθεια είναι, πάντως, ότι τόσο η Μέρκελ όσο και οι Σοσιαλδημοκράτες θα προτιμούσαν να μην ακούγεται συχνά η λέξη «Ελλάδα» σ' αυτή την προεκλογική περίοδο, διότι μόνο να χάσουν έχουν από αυτό. Κάθε κακή είδηση από ή για την Αθήνα δίνει ώθηση στο νέο ευρωσκεπτικιστικό κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία»- αυτό που συμβουλεύει μεγαλόψυχα την Ελλάδα να εγκαταλείψει το ευρώ για να επανακτήσει την εθνική κυριαρχία της. Κι αν οι καθηγητές της «Εναλλακτικής» καταφέρουν να περάσουν το όριο του 5% και να μπουν στη νέα Βουλή, η Μέρκελ πιθανότατα δεν θα μπορεί να κάνει κυβέρνηση με τους Φιλελεύθερους.