Ένας στους τρεις μαθητές του Γενικού Λυκείου και ένας στους δύο του Επαγγελματικού οδηγούνται διά της βίας έξω από την εκπαίδευση, αν ψηφιστεί το νομοσχέδιο Αρβανιτόπουλου για την αναδιάρθρωση του δευτεροβάθμιου κύκλου σπουδών. Στο εφιαλτικό αυτό συμπέρασμα καταλήγει η ΟΙΕΛΕ επικαλούμενη τα πορίσματα συγκριτικής μελέτης του ΚΑΝΕΠ, σύμφωνα με τα οποία περίπου 85.000 μαθητές των Γενικών Λυκείων, δηλαδή το 35% του μαθητικού δυναμικού πληθυσμού, παρουσιάζουν «χαμηλά εκπαιδευτικά αποτελέσματα» και είτε προάγονται οριακά με μέσο όρο βαθμολογίας από 9,5 έως 11 είτε (οι λιγότεροι) επαναλαμβάνουν την τάξη. Στο Τεχνολογικό Λύκειο το ποσοστό αυτό εκτινάσσεται στο περίπου στο 55%.
Βασιζόμενη στην παραπάνω μελέτη του ΚΑΝΕΠ, που χρησιμοποιεί επίσημα στοιχεία του υπουργείου Παιδείας, η ΟΙΕΛΕ καταλήγει εύλογα στο συμπέρασμα ότι η αυστηροποίηση της βαθμολόγησης στο Λύκειο απειλεί χιλιάδες μαθητές με έξοδο από την εκπαιδευτική διαδικασία. Το πλήγμα, επισημαίνει, θα είναι βαρύ για τους μαθητές που προέρχονται από φτωχές οικογένειες, οι οποίες δεν διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα για φροντιστήρια, ώστε τα παιδιά τους να μπορέσουν να ανταποκριθούν στον τριετή εξεταστικό και βαθμοθηρικό μαραθώνιο.
Με δεδομένη τη βαρύτατη οικονομική κρίση το Νέο Λύκειο θα λειτουργήσει ως παγίδα για τα παιδιά των μη προνομιούχων και ως παράγοντας όξυνσης των κοινωνικών, των εκπαιδευτικών και των κοινωνικών ανισοτήτων.
Η ΟΙΕΛΕ χαρακτηρίζει το νομοσχέδιο του υπουργείου Παιδείας ως μια αναχρονιστική αντιμεταρρύθμιση, άκρως επικίνδυνη για τον δημόσιο χαρακτήρα της παιδείας και τα παιδιά των φτωχών στρωμάτων. Επιπλέον εκτιμά ότι η ψήφιση του νομοσχεδίου θα ευνοήσει μόνο τους επιχειρηματίες της εκπαίδευσης, ιδίως τους ιδιοκτήτες των φροντιστηρίων και τους επιχειρηματίες, που κερδίζουν χιλιάδες δωρεάν εργατικά χέρια στο πλαίσιο του θεσμού της «μαθητείας».
Στο μεταξύ, στα δικαστήρια θα προσφύγουν οι πρυτανικές αρχές των ΑΕΙ ώστε να αποτρέψουν τη διαθεσιμότητα 1.765 διοικητικών υπαλλήλων. Στην απόφαση αυτή κατέληξαν οι πρυτάνεις των ιδρυμάτων, τονίζοντας ότι κάθε είδους διαθεσιμότητα διοικητικού προσωπικού των ΑΕΙ διακυβεύει τη δυνατότητα λειτουργίας τους, στοχεύοντας έναν από τους πλέον ανταγωνιστικούς και παραγωγικούς θεσμούς της εθνικής ανάπτυξης, που είναι το δημόσιο Πανεπιστήμιο. Στο πλαίσιο αυτών των αποφάσεων, κανένα ίδρυμα δεν πρόκειται να απαντήσει στο έγγραφο του υπουργείου Παιδείας, με το οποίο καλείται να υποδείξει τους αμνούς που θα σφαγιαστούν.