Μέτρα για την ελάφρυνση βιομηχανιών-επιχειρήσεων από το υψηλό ενεργειακό κόστος ζητεί ακόμα και ο ανεξάρτητος ρυθμιστής της αγοράς, η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ), από την κυβέρνηση, προτείνοντας ακόμα και φοροαπαλλαγές-εκπτώσεις, κάτι που πάντως δεν έχει να κάνει για τους οικιακούς καταναλωτές, ιδιαίτερα δε ενόψει της νέας "δόσης" αυξήσεων τον Μάιο.
Με επιστολές της προς τους υπουργούς Οικονομικών και ΠΕΚΑ, που κοινοποιούνται στον πρωθυπουργό, η ΡΑΕ αναφέρεται στην υπέρμετρη αύξηση του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας λόγω της επιβολής ειδικών φόρων στην ηλεκτρική ενέργεια και στο φυσικό αέριο, καθώς και στην επιπλέον επιβάρυνση που προκαλεί πλέον η αγορά ρύπων στην ηλεκτροπαραγωγή.
Σημειώνεται ότι τη μείωση του ενεργειακού κόστους έχουν ζητήσει επισταμένα βιομήχανοι επιχειρηματίες και εκπρόσωποι φορέων τους (ΣΕΒ, ΚΕΕΕ-ΕΒΕΑ) από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, επικαλούμενοι κυρίως προβλήματα ανταγωνιστικότητας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ΡΑΕ προτείνει την υιοθέτηση μέτρων συμβατών με το κοινοτικό δίκαιο, κατά το παράδειγμα άλλων ευρωπαϊκών χωρών (π.χ. Ιταλία). Κάνει λόγο για συγκεκριμένα μέτρα αντιστάθμισης της επιβάρυνσης που προκαλεί το κόστος αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών αερίων θερμοκηπίου στην τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας για τη βιομηχανία (παροχή δωρεάν δικαιωμάτων σε ποσοστό 85% επί των συνολικών εκπομπών κάθε βιομηχανίας μέσω της κατανάλωσης ηλεκτρισμού για τα έτη 2013-2015, 80% για τα έτη 2016-2018 και 75% για τα έτη 2019-2020) και για θέσπιση μέτρων οικονομικής υποστήριξης, μέσω ειδικού συστήματος φοροαπαλλαγών και εκπτώσεων που θα μπορούσε, κατάλληλα διαμορφωμένο, να εφαρμοστεί και στην Ελλάδα.