Εαρινές συναυλίες με ενδιαφέροντα προγράμματα και εξ ίσου ενδιαφέροντες προσκεκλημένους επιβεβαίωσαν την προϊόντως αξιοσημείωτη παρουσία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών στα μουσικά πράγματα της ελληνικής πρωτεύουσας. Το γεγονός της απώλειας πολύτιμων πιστώσεων από τις κρατικές επιχορηγήσεις, που οι καθιερωμένοι καλλιτεχνικοί οργανισμοί στερούνται σταδιακά, αλλά και ο μαρασμός ενός κοινού που παρέμεινε -με ευθύνη εν πολλοίς των ιδίων- ανεκπαίδευτο και μυωπικό, εξακολουθούν, ωστόσο, να απειλούν κάθε προσπάθεια εμπλουτισμού του ρεπερτορίου, όπως εκείνη που επιχειρείται από την ΚΟΑ προς συγκεκριμένες «γωνιές» της εργογραφίας, αλλά και προς την εξοικείωση με τον πάντα επίφοβο για τον Έλληνα 20ό αιώνα.
Πραγματική προσφορά, στο πλαίσιο αυτό, αποτέλεσε η μετάκληση (αίθ. «Χρ. Λαμπράκης» ΜΜΑ, 23.03.2012) του αρχιμουσικού Άλαν Μπουριμπάγιεφ και της ήδη διάσημης βιολονίστας Αλίνα Πογκόστκινα για ένα πλούσιο ρωσικό πρόγραμμα. Όσοι θεατές περιόρισαν την ενημέρωσή τους για τον νεαρό μαέστρο στο βιογραφικό του, όπως αυτό περιέχεται στον οικείο προγραμματικό τόμο της ΚΟΑ, υπαινικτικά μόνο συνάγουν ότι ο 33χρονος γεννήθηκε στο Καζακστάν, ενώ πιθανότατα αγνοούν το γεγονός ότι έζησε κάποια χρόνια στην Πάτρα μαζί με τους επαγγελματίες μουσικούς γονείς του.
Στη δική μας αντίληψη είχε περιέλθει λίγες εβδομάδες νωρίτερα, μέσα από αναμετάδοση (25.01.2012) συναυλίας του (11.11.2011) από το Α’ Πρόγραμμα της Αυστριακής Ραδιοφωνίας, επικεφαλής της Εθνικής Συμφωνικής Ορχήστρας της Ιρλανδικής Ραδιοφωνίας, πρώτος αρχιμουσικός της οποίας διατελεί από τον Σεπτέμβριο του 2010, μετά από αντίστοιχη πενταετή θητεία στο Νόρκεπινγκ της Σουηδίας. Ο ίδιος μάλιστα εκλήθη εν τω μεταξύ και αντικατέστησε με μεγάλη επιτυχία -κυριολεκτικά au pied levé- τον ασθενή Θεόδωρο Κουρεντζή για τις ανάγκες συναυλιών της ιστορικής Συμφωνικής Ορχήστρας NDR του Αμβούργου στις 19 και 22 Απριλίου 2012.
Το αθηναϊκό πρόγραμμα του Μπουριμπάγιεφ εγκαινίασε το «Capriccio italien» (sic!, Μόσχα 18.12.1880) του Πιότρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκυ (1840 - 1893), μια σελίδα της περισσότερο προσιτής μούσας, που, όπως και πολλές άλλες παρόμοιας δημοφιλίας, εμφανίζεται σποραδικά μόνον στην παγκόσμια συναυλιακή πραγματικότητα (παρόμοια έκπληξη δοκιμάσαμε και όταν προσφάτως η ισπανική Radio Clásica μετέδωσε τη μεγάλη εισαγωγή «1812», επίσης του Τσαϊκόφσκυ, από μοσχοβίτικη μονογραφική συναυλία υπό τον αγέραστο Γκενάντι Ραζντιέστβενσκυ).
Ήδη από την πρώτη εξαγγελία των χάλκινων η ΚΟΑ επιβεβαίωσε το υψηλό επίπεδο, για το οποίο έχει καταστεί εσχάτως ικανή, ενώ οικονόμησε με άνεση και προθυμία τα φυσικά τέμπι του φιλοξενούμενου αρχιμουσικού. Ιδιαίτερα μας άγγιξε ο παιγνιώδης λυρισμός των εγχόρδων και η διάφανη χάρη του ιταλικού αιθέρα που αυτά ανακάλεσαν και που τόσο είχε ανακουφίσει -έστω και πρόσκαιρα- τον βασανισμένο δημιουργό.
Τα έγχορδα επιφύλαξαν εξ ίσου αιθέρια υποδοχή για την είσοδό της και στην Αλίνα Πογκόστκινα, διεθνώς διακεκριμένη σολίστ του, χρονολογούμενου από τα έτη 1915-17, κοντσέρτου αρ. 1 σε ρε μείζονα, έργ. 19 του Σεργκέι Προκόφιεφ (1891 - 1953). Ήταν η πρώτη, αλλά όχι και η τελευταία μαγική στιγμή που μας χάρισε η νεαρή καλλονή του βιολιού με όχημα το εξαίρετο Στραντιβάρι της τού έτους 1709. Η ατμοσφαιρική επάνοδος του αρχικού θέματος για το τέλος της α’ κίνησης αναδείχθηκε σε θεσπέσια ανάκληση παγωμένου χρόνου, ενώ εντυπωσιακή υπήρξε η «άδουσα» γραμμή του βιολιού σε όλη τη διάρκεια της απαιτητικής αυτής σύνθεσης, με υψηλή ποιότητα απόκρισης και σύμπραξης της Ορχήστρας και του μαέστρου της.
Μετά το διάλειμμα, η Κρατική επιβεβαίωσε εντυπωσιακό επίπεδο ερμηνεύοντας τους «Συμφωνικούς Χορούς», το κύκνειο άσμα -έργον 45- του Σεργκέι Ραχμάνινωφ (1873 -1943). Σύνθεση που παρέμεινε η μόνη του που γεννήθηκε επί αμερικανικού εδάφους και που, παρεμπιπτόντως, ο διάσημος εμιγκρέ προόριζε για την εξαίρετη Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας, η οποία και την πρωτοπαρουσίασε στις 31 Ιανουαρίου 1941 υπό τον μέντορά της Ευγένιο Όρμαντυ, οι «Συμφωνικοί Χοροί» αποτελούν στην ουσία την 4η συμφωνία του Ραχμάνινωφ και επισφραγίζουν το -συνολικά- αξιόλογο και -ευτυχώς- επιτέλους ραγδαία αποκαθιστάμενο συμφωνικό του έργο.
Ο Μπουριμπάγιεφ ευαγγελίζεται συχνά την πανίσχυρης ατμόσφαιρας σύνθεση και απέδειξε κυριαρχία όχι μόνο στις πάμπολλες ηχοχρωματικές και ατμοσφαιρικές απαιτήσεις της, αλλά και στις αδιόρατες εσωτερικές αγωγικές μεταπτώσεις της, διατηρώντας επαρκές απόθεμα δυναμισμού για το φινάλε. Ελπίζουμε να τον ξαναδούμε σύντομα στο πόντιουμ της Κρατικής μας...