Ο Βασίλης Παπαβασιλείου καταπιάνεται με τον Αλέξη Μινωτή στο έργο “Relax... Mynotis”. Και μάλιστα σε δικό του κείμενο. Αυτό από μόνο του αποτελεί είδηση. Στο Θέατρο Τέχνης υποδύεται τον Αλέξη Μινωτή στις τελευταίες ημέρες του, όταν υπαγορεύει τη διαθήκη του σε έναν νεαρό συμβολαιογράφο. Το δεύτερο, κρυφό πρόσωπο, είναι ο Γιάννης Ρίτσος, με τον οποίο θα περάσουν στην αιωνιότητα την ίδια ημέρα. Η συζήτηση ξεκινάει με την παράσταση, ωστόσο περιστρέφεται γύρω από τη λειτουργία του θεάτρου, την πολιτική, τη Δημοκρατία, τη Δικαιοσύνη και, στο τέλος, την προσωπική προσφορά του μεγαλύτερου ίσως θεατράνθρωπου του καιρού μας.
Συνέντευξη στον Ανδρέα Μπελεγρή
* Οι πληροφορίες από τη ζωή ενός καλλιτέχνη μάς βοηθούν να φωτίσουμε το έργο του καλλιτέχνη;
Δεν ξέρω πόσο μπορούν τα βιογραφικά δεδομένα να φωτίσουν ένα έργο. Μπορεί εν μέρει. Εν προκειμένω, το στοίχημα το δικό μου ήταν ένα στοίχημα που υπερέβαινε το βεληνεκές μιας ατομικής βιογραφίας. Ξεκίνησε από το συγκεκριμένο, από το πραγματικό δεδομένο μιας διαθήκης, και πιο συγκεκριμένα από μια φράση που περιέχεται σε αυτήν τη διαθήκη, «τα ποσά είναι ασήμαντα, πλην τα αισθήματα πρωτεύουν», κι αυτός ήταν ο μοχλός που με έβαλε σε κίνηση. Βεβαίως τον Μινωτή τον είχα δει ως ηθοποιό, τον θαύμαζα, αλλά σε ό,τι αφορά τον Μινωτή και τον Ρίτσο, ο οποίος πρωταγωνιστεί στην “τρίτη εικόνα”, είναι περισσότερο μια φανταστική σύναξη. Ένα είδος φανταστικής σύναξης: Μινωτής, Ρίτσος και ο διά του τηλεφωνήματος παρών Κωνσταντίνος Καραμανλής, στη “δεύτερη εικόνα”. Είναι μια σύναξη μεγάλων ανδρών. Θυμόμουν πάντα τη φράση του Μπωντλέρ που έλεγε ότι «τα έθνη έχουν μεγάλους άνδρες παρά τη θέλησή τους».
* Πώς ξεκινήσατε να γράφετε το έργο;
Να πούμε πρώτα ότι ο Μινωτής και ο Ρίτσος πέθαναν το 1990, την ίδια ημέρα. Επιστρέφοντας εγώ από τη Βιέννη, περίπου δεκαπέντε ημέρες μετά τον θάνατό τους, βλέπω να δημοσιεύεται η διαθήκη του Μινωτή. Και ανάμεσα στα άλλα υπάρχει και αυτή η φράση που υπομνηματίζει τη χειρονομία του διαθέτη: «Τα ποσά είναι ασήμαντα, πλην τα αισθήματα πρωτεύουν». Εκεί λοιπόν, σε αυτήν τη φάση, γράφεται ουσιαστικά το 80% της “πρώτης εικόνας” και μπαίνει στο συρτάρι. Το ’95, στη Θεσσαλονίκη, όπου ήμουν διευθυντής στο Κρατικό Θέατρο ,είχαμε οργανώσει μια σειρά εκδηλώσεων στον Μύλο, με τίτλο “Παραληρήματα”. Ήταν τότε ο Βασίλης Αλεξάκης, η Μάνια Παπαδημητρίου και άλλοι. Είχα κάνει κι εγώ ένα «Παραλήρημα», το οποίο το συγκροτούσαν τα δελτάρια που βλέπετε στην “τρίτη εικόνα” και μπαίνει και αυτό στο συρτάρι. Έχουμε και το 2016, στο οποίο στην ουσία γράφεται η “δεύτερη εικόνα” και, οπωσδήποτε, συμπληρώνονται και ολοκληρώνονται πράγματα.
* Γιατί ο Μινωτής;
Πρώτον, επειδή υπογράφει αυτήν τη διαθήκη. Επίσης, ο Μινωτής για μας τους θεατρικούς είναι μια κορυφαία περίπτωση δημιουργού της σκηνής. Έχουμε κι εμείς, όπως καταλαβαίνετε, τις εσωτερικές μας ιεραρχίες. Ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος ενεπλάκη σε αυτό που λέμε «ελληνικό γίγνεσθαι». Και ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος στο ξεκίνημά του, τη δεκαετία του ’30, δεν εντυπωσίασε όπως ο Βεάκης ή η Ελένη Παπαδάκη ή η γυναίκα του, η Κατίνα Παξινού. Ωστόσο ο Μινωτής είχε μια πνευματική έγνοια. Είχε, δηλαδή, ένα προσωπικό στοίχημα πνευματικού προβληματισμού, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα να του καταλογίζουν κάποιοι ένα εγκεφαλικό παίξιμο. Καθώς όμως ευεργετήθηκε από τη ζωή με μακροημέρευση, έφτασε στο σημείο, στο τέλος της ζωής του πια, από την ώρα που έφυγε και η Παξινού, να ζήσει μια μεγαλειώδη μοναξιά. Να αναγνωρίζεται από όλους και να είναι στην πρώτη φάση της Μεταπολίτευσης διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου. Ξέρετε, υπάρχει ένα γεγονός που λέγεται ότι συνέβη μεταξύ Μινωτή και Καραμανλή που δεν το περιέλαβα στο “Relax...”. Λέγεται ότι από την εντατική του Νοσοκομείου Χανίων τηλεφώνησε στον Κωνσταντίνο Καραμανλή και του είπε: «Δεν θέλω να με κάνεις διευθυντή του Εθνικού, πρόεδρο θέλω να με κάνεις». Μιλάμε τότε ότι ήταν 89 ή 90 ετών. Δηλαδή, έβλεπε τον εαυτό του μέσα στο Εθνικό Θέατρο, από το οποίο έφυγε όταν ήρθε το ΠΑΣΟΚ και έκανε τις αλλαγές. Το «παίζω» και το «δρω πνευματικά» δεν είναι δύο πράγματα τα οποία είναι καταδικασμένα να είναι σε απόκλιση.
* Λέτε μια λαμπερή φράση μέσα στο έργο σε σχέση με την Παξινού. Ο Μινωτής αναφέρεται στο πόσο δύσκολο είναι να ζεις με έναν άνθρωπο «που έχει μόνιμο αλισβερίσι με αυτό που λέμε 'αδύνατο'». Πιστεύετε ότι αυτό το «αλισβερίσι» της Παξινού με το “αδύνατο” είχε επίδραση στην προσωπικότητα του Μινωτή;
Βέβαια, βέβαια. Ξέρετε είναι αυτοί οι άνθρωποι οι οποίοι μπήκαν στον χώρο της θεατρικής έκφρασης «από την πύλη του δέους». Σήμερα όλη η ανθρωπότητα βρίσκεται στον αστερισμό αυτού που ονομάζω προσωπικά «παγκόσμια εκφραστική δημοκρατία». Τους ανθρώπους που σήμερα κάνουν είτε θέατρο είτε μουσική, στην ουσία το συμβόλαιο που τους δένει με αυτά τα πράγματα στα οποία επιδίδονται ποιο είναι; « Έχω μια περιουσία την οποία κουβαλάω εγώ και, είτε ανεβαίνω σε μια θεατρική σκηνή είτε σε μια μουσική σκηνή, θα εκφράσω αυτό το οποίο κουβαλάω». Αντίθετα, το πράγμα το οποίο είχαν οι παλιότεροι ήταν ότι αυτές οι δραστηριότητες ανήκουν στη σφαίρα που καλώς ή κακώς καλύπτεται από τον όρο «Τέχνη».
Είναι κάτι που πρέπει να το μάθεις και όπως διαπιστώνεις καθ’ οδόν δεν σου φτάνει μια ζωή ολόκληρη για να το μάθεις. Με την έννοια αυτή είχα επίσης αναπτύξει ένα αίσθημα το οποίο συνοδεύει σήμερα περισσότερο τους αθλητές. Όταν κάποιος έχει μια λόξα, για παράδειγμα, με το μπάσκετ, την οποία την ταυτίζει με τον Γκάλη, παράγει μια διαφορά δυναμικού η οποία κάνει ένα παιδί να λέει πως “πρέπει να τείνω, ξέροντας ότι μπορεί και να μην το φτάσω, αλλά η προσπάθεια αυτή μπορεί να με κάνει να γίνω κάπως καλύτερος μπασκετμπολίστας”. Οι παλιότεροι το είχαν αυτό και στη μουσική και στο θέατρο. Υπήρχε αυτή η σχέση με την έννοια του μεγέθους και με την έννοια ότι από τον θαυμασμό μου για τον άλλον τελικά εγώ κερδίζω. Εδώ σήμερα είμαστε στο μεταμοντέρνο όλοι μας, υπήκοοι του αυτοθαυμασμού. Να τα λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Αυτό είναι και καλό και κακό. Καλό με ποια έννοια; Ότι επιτρέπει στον καθένα να ξεκινήσει. Εγώ λέω σε νεότερους συναδέλφους πως υπάρχει ο χρόνος εκτόξευσης στην πασαρέλα, αλλά παράλληλα υπάρχει και το άλλο που ο Στανισλάβσκι το είχε πει, «η ζωή μου στην Τέχνη». Δηλαδή, σκέφτεσαι τον εαυτό σου έπειτα από δέκα, ή είκοσι, ή τριάντα, ή σαράντα, ή πενήντα χρόνια όπως ο Μινωτής; Αυτό χρειάζεται τα καύσιμα του θαυμασμού, γιατί αλλιώς δεν μπορείς να πας παρακάτω.
* Αρκεί αυτό;
Ξέρετε, το καθετί απειλείται από αυτό που το συνιστά. Και η αρρώστια του εαυτού από αυτό απειλείται. Από αυτό δεν θα σε σώσει τίποτε άλλο παρά η αναγνώριση ενός τρίτου πράγματος το οποίο είναι έξω από εσένα και στο οποίο, κατά κάποιον τρόπο, βάζεις το στοίχημα με τον εαυτό σου ότι μπορείς να τείνεις. Αυτή, η παλιότερη γενιά, ήταν η γενιά η οποία ανετράφη με την ιδέα του μεγέθους. Με την ιδέα του στοιχήματος, που λέει ο Πασκάλ. Δηλαδή, ότι θα παίξω ένα στοίχημα με κάτι που με ξεπερνά. Και πάνω σε αυτό θεμελιώθηκε η ζωή τους.
* Το φαινόμενο της «εκφραστικής Δημοκρατίας» όπως το ορίσατε, πώς αποτυπώνεται στο θέατρο, δεδομένου ότι το θέατρο είναι το κατ’ εξοχήν πολιτιστικό προϊόν της Δημοκρατίας;
Πρώτα απ’ όλα εκδηλώνεται με τον πληθωρισμό παραγωγής ηθοποιών. Σήμερα έχουμε 1.500 παραστάσεις στην Αθήνα. Όπως λέει και στο “Relax...” ο Μινωτής, «κάνουμε Σάββα, παιδί μου, ένα επάγγελμα με πρώτη ύλη το πιο κοινόχρηστο πράγμα του κόσμου, το πιο μπανάλ: τη γλώσσα». Στο θέατρο δεν υπάρχει ιδιόλεκτο, δεν υπάρχει ιδίωμα. Ένα ντο, ένα φα, ένα λα δεν υπάρχει. Λέει ο άλλος: γιατί ο Μπελεγρής είναι στη σκηνή; Τι λέει; «Φέρτε μου ένα ποτήρι νερό, παρακαλώ». Δεν μπορώ να το πω εγώ; Δεν είναι, όμως, τόσο εύκολο.
* Σε συνεντεύξεις σας κάνετε παραπομπές συχνά σε πνευματικούς προγόνους σας. Σε αντιδιαστολή, στο “Relax...” έχετε μια σαρκαστική διάθεση για τους απογόνους...
Ναι, πράγματι, στο “Relax...” αποθεώνεται αυτό!
* Μιλήστε μου για τις σχέσεις σας με τους πνευματικούς σας προγόνους και απογόνους.
Μπορεί κάποιοι να μου αναγνωρίζουν την ιδιότητα ή τον τίτλο του δασκάλου επειδή δεν θέλω να διδάσκω. Ή ίσως επειδή διδάσκω χωρίς να δασκαλίζω. Από την άλλη μεριά, δεν ξεχνάω ποτέ αυτό που έλεγε ο μακαρίτης ο Στρέλερ για τη σχέση του με το θέατρο: «Είμαι πλούσιος επειδή χρωστάω πολλά σε πολλούς». Ξέρετε, αυτό σε μια δουλειά όπως η δική μας που είναι αέρας κοπανιστός, όπως λέει στο τελευταίο δελτάριο προς τον Ρίτσο και ο Μινωτής. Εμάς, δηλαδή, η λειτουργία αυτή, της μνημονιακής μεταβίβασης, η ανάγκη, δηλαδή, για προγόνους, δηλαδή για τους ενσαρκωτές του μεγάλου παρελθόντος, είναι πολύ έντονη, πολύ ισχυρή. Διότι, ακριβώς, το αποτύπωμά τους χάνεται με τη βιολογική τους εξαφάνιση. Υπογείως, όχι ρητά, σε εμάς που είμαστε παρόντες ανατίθεται, χωρίς να το ζητάς, ο ρόλος του «ενσαρκωτή μιας μνήμης». Αυτό, χωρίς να το ζητάει κανένας, του ανατίθεται από τους νεοτέρους.
* Πέρα από τη θεατρική λειτουργία, ποιος είναι ο ρόλος του «ενσαρκωτή της μνήμης» που αναφέρατε στο θέατρο, όπως το προσδιορίζει ο Πλάτωνας στους Νόμους του;
Να πούμε ότι τελικά εν μέρει είχε και δίκιο ο Πλάτωνας. Σε τι είχε δίκιο; Λάμβανε υπ’ όψιν του ότι τώρα μιλούν όλοι. Αυτό είναι μια κατάκτηση. Η ομιλία των πάντων, όμως, παράγει θόρυβο. Επομένως δοκιμάζεται αφόρητα μια άλλη αίσθηση που λέγεται ακοή. Οι παρόντες μιλούν και λέει ο καθένας τη γνώμη του, έχουμε Δημοκρατία. Το πολίτευμα των πολλών. Κατά κάποιον τρόπο οι θεοί έχουν εξοριστεί, έχουν εκτοπιστεί ή έχουν αποσυρθεί, και είμαστε μεταξύ μας. Αυτό το «μεταξύ μας» μπορεί να ξεπέσει πολύ εύκολα στον θόρυβο της γνωμοκρατίας. Στους Νόμους ο Πλάτων κάνει την παρατήρηση για την κατάσταση του θεάτρου. Είμαστε στον 4ο αιώνα, που έχουν τελειώσει οι μεγάλοι ποιητές. Αναφέρεται στο κοινό που θορυβεί, αναφέρεται στους συγγραφείς οι οποίοι, προκαταλαμβάνοντας τη θορυβώδη διάθεση του κοινού, γράφουν αναλόγως, και χαρακτηρίζει το όλο φαινόμενο αυτό θεατροκρατία.
Πρόκειται για τον πλατωνικό όρο που χαρακτηρίζει την ηγεμονία του θορύβου. Και λέει ότι σε αυτό υποκύπτει αυτός που γράφει τραγωδία, αλλά όχι όπως ο μεγάλος Αισχύλος. Βεβαίως για την ακοή υπάρχει αυτή η περίφημη παραβολή του Πλάτωνα για τη φωνή του απόντος θεού που λέγεται “Δικαιοσύνη”. Μέσα σε αυτόν τον αχταρμά, ο άνθρωπος κρίνεται για το αν έχει ένα αυτί προς τη φωνή ενός απόντος θεού, κι αυτός ο απών θεός είναι η Δικαιοσύνη. Πιστεύω αυτό είναι συνταρακτικό. Και είναι και “παρών” συνέχεια.
* Κι αυτή είναι η αποστολή του «ενσαρκωτή της μνήμης»;
Ο «ενσαρκωτής της μνήμης» υποτίθεται ότι μεταφέρει τις προϋποθέσεις για να έχει κανείς μια φωνή που λειτουργεί, μια φωνή που υπερβαίνει τη συμβατική φωνή που τον καθιστά ακουστό στη σύναξη μέσα του θεάτρου. Διότι εμείς, σε σχέση με τους αρχαίους, δεν έχουμε το προνόμιο να έχουμε μια υπέρ ημών κοινή υπόθεση η οποία έκανε το κοινό του αρχαίου δράματος να είναι εκεί παρόν και να συνομολογεί μέσα στην παρουσία του στο θέατρο την κοινή μετοχή στην κοινή υπόθεση. Εμείς πρέπει να φτιάξουμε από την αρχή το κοινό, γιατί οι θεατές είναι σήμερα άτομα. Κι αυτό είναι ένα στοίχημα για κάθε θεατρική δουλειά. Δηλαδή το πώς μια σύναξη από άθροισμα γίνεται κοινό, το πώς ο κάθε θεατής συνακούει με τους άλλους, είναι πάντοτε ένα στοίχημα. Ο αρχαίος το είχε λίγο στο πιάτο αυτό.
* Άρα και σήμερα ο ηθοποιός καλείται να επαναφέρει το θέατρο στη δημοκρατική του λειτουργία.
Βεβαίως. Η πολιτική είναι το αδελφάκι του θεάτρου. Θέατρο χωρίς αδελφάκι δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει το θέατρο χωρίς τη σκιά του. Δεν γίνεται. Πάντα όπου λαμβάνει χώρα θέατρο συντελείται κάτι που έχει να κάνει με την αποτύπωση αυτού που λέμε πολιτική λειτουργία. Ο Μούζιλ έλεγε ότι το θέατρο έχει σχέση με όλα τα πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας. Δεν είναι το στοίχημα αν ο Α έπαιξε καλύτερα τον Άμλετ από τον Β. Το στοίχημα είναι πολιτικό, με την πρωταρχική έννοια, την έννοια της φυσικής συμπαρουσίας των ανθρώπων. Το θέατρο είναι ίχνος ισχυρό και διαχρονικό και αιώνιο του πολιτισμού της φυσικής συμπαρουσίας των ανθρώπων. Ο Αριστοφάνης το είχε πει στους “Αχαρνής”: “Το δίκιο το ξέρει και η Κωμωδία”. Δηλαδή, συμμετέχω στη συζήτηση η οποία αφορά την υπόθεση του Δικαίου, της Δικαιοσύνης, τελικώς. Συμμετέχω και εγώ. Δεν είναι εσωτερική υπόθεση κανενός. Ο Μπροχ μίλαγε για τις κοινωνίες του κιτς, τα νομικά έχουν σχέση μόνο με τα νομικά, το εμπόριο μόνο με το εμπόριο κ.λπ. Το θεατρικό στοίχημα είναι, κατά κάποιον τρόπο, το στοίχημα της ανθρώπινης καθολικότητας.
* Σε αυτό το πλαίσιο, λοιπόν ποιος είναι ο ιδανικός θεατής;
Δεν ξέρω να τον ορίσω ακριβώς. Υπάρχει αυτή η φράση του Σαίξπηρ στον “Άμλετ”: “Με την παράσταση θηλιά, θα πιάσω τη συνείδηση του βασιλιά”. Εν προκειμένω, ο βασιλιάς ήταν ο Κλαύδιος, μπορεί να είναι όμως ο Ανδρέας, ο Νίκος, ο Κώστας... Το πώς αιχμαλωτίζεται μία συνείδηση είναι εντελώς προσωπικό, αλλά γιατί πάει στο θέατρο; Για να έχουμε πιστοποιητικό, πιστεύω.
* Πιστοποιητικό για να μπούμε πού;
Στη δόνηση της συνείδησής μας. Χωρίς να το ξέρει ο βουβός συν-θεατής, είναι εκείνη τη στιγμή το πιστοποιητικό ότι μου συμβαίνει κάτι. Ένας κλονισμός. Συνυπάρχουμε στην αίθουσα. Είναι άγνωστος για μένα. Εγώ το αισθάνομαι. Όμως η σωματική παρουσία του άλλου λειτουργεί σαν ένα είδος βουβού πιστοποιητικού ότι το ένιωσα αυτό που ένιωσα. Και πόσο μάλλον όταν συμβαίνει να συν-κινούνται, όπου το πιστοποιητικό αποκτά φωνή. Λένε όλοι: είμαστε εδώ.
* Άρα εσείς δεν παίζετε για έναν θεατή...
Όχι. Παίζω για ένα κοινό ανθρώπων που είναι ανοιχτοί σε αυτό το στοίχημα, κ. Μπελεγρή. Το στοίχημα της συγκίνησης. Εγώ πιστεύω ότι στο θέατρο προηγείται η συγκίνηση και έπεται η κατανόηση. Έπεται, δηλαδή, η ανάγκη. Κινητοποιείται ο μηχανισμός εκείνος ο οποίος ζητεί την κατανόηση, εάν έχει προηγηθεί συγκίνηση. Με αυτή την έννοια, λοιπόν, ένας Μπέκετ μπορεί να συγκινεί πολύ περισσότερο από έναν φαινομενικά πιο εύκολο, όπως είναι ο Ψαθάς ή ο Σακελλάριος, από την ώρα που το σκηνικό γεγονός δεν παράγει τη συγκίνηση που λέμε.
* Και ο Μπρεχτ;
Πιστεύω ότι τον αδικούμε όταν τον βλέπουμε με αυτό το πρίσμα του κλασικού. Ο Μπρεχτ ήταν νομίζω πολύ πιο τζαναμπέτης. Κι αυτό το λέω με την έννοια πως ήξερε ότι το θέατρο είναι ένας τόπος όπου το χαμηλό και το υψηλό συνυπάρχουν. Και το ένα πρέπει να κινητοποιεί και να διεγείρει το άλλο. Ο ίδιος σήκωσε το φορτίο αυτών που έγραψε και της αναμέτρησής του με τη σκηνή. Μετά έγινε ένα κλασικό μέγεθος και είχε μια μοίρα που δεν θα ήθελε ο ίδιος για τον εαυτό του. Ο Μπρεχτ είχε ζητήσει και μπήκε και στον τάφο του, να μην τον αποκαλούν δάσκαλο. Έκανε κάποιες προτάσεις. Εμείς τις ακούσαμε. Αυτό ήταν καλό για όλους μας.
* Εσείς τι έχετε κομίσει στην Τέχνη;
Είμαι ο πιο αναρμόδιος να το πω. Επειδή όμως μου κάνετε την ερώτηση, θα σας πω ότι έφερα ίσως ένα κομμάτι δημιουργικής δυσπιστίας, ως προς τη δουλειά του θεάτρου. Έκανα θέατρο προσπαθώντας να μετουσιώσω το ερώτημα του “γιατί το θέατρο;” σε κάτι το οποίο να δίνει χαρά και συγκίνηση στους ανθρώπους. Σε αυτό αναγνωρίζω ως ελατήριο τη δυσπιστία. Ίσως με αυτή την έννοια να είμαι μπρεχτικός. Επειδή ξέρω ότι “το θέατρο πεθαίνει από το πολύ θέατρο”, όπως έλεγε ο Μπρεχτ, και επειδή ξέρω ότι καθετί από τον εαυτό του κινδυνεύει, ήξερα λοιπόν ότι σε κάθε μου δουλειά και σε κάθε μου βήμα από ένα σημείο και έπειτα είχα να αναμετρηθώ με τον φόβο αυτόν και με το ξεπέρασμά του. Δηλαδή, πώς; Μια παράσταση είναι καλή, γιατί δεν είναι μόνο μια καλή παράσταση. Είναι ένας τρόπος του δημόσιου λόγου, ένας τρόπος παραγωγής κοινού.
* Από τους ρόλους που έχετε παίξει, ποιον θα θέλατε να παίζατε ξανά;
Από τους ρόλους που έπαιξα, οι πιο χαρακτηριστικοί ήταν η Ελένη, ο Ζουβέ στο “Ζουβέλ Ελβίρα” τα παλιά χρόνια, ο Φωκίων στο “Άι Σιχτίρ...” πέρυσι. Να σας πω ότι δεν ήθελα να ξαναπαίξω κανέναν από αυτούς.
* Δεν αισθάνεστε ότι έχετε ανοιχτούς λογαριασμούς.
Δεν αισθάνομαι, όχι. Ίσως γιατί δεν ήταν ακριβώς ρόλοι. Ήταν υποψίες πράξεων, που την ώρα που γίνονταν ως χειρονομίες είχαν νόημα. Τώρα, αν μου έλεγε κάποιος “έλα να ξαναπαίξεις”, ναι θα ήθελα να ξαναπαίξω την Ελένη ίσως κάποια στιγμή.
* Όταν αποφασίσετε να αποχωρήσετε από το θέατρο, έπειτα από πόσο καιρό πιστεύετε ότι θα σας ξεχάσουν;
Για να με ξεχάσουν σημαίνει ότι θα με θυμούνται. Ίσως απαντά το “Relax...” σε αυτό έμμεσα, αφού η ιδέα της αιωνιότητας είναι αυτό που κρατάει τον Μινωτή. Δεν ξέρω πότε θα με ξεχάσουν, ξέρω ότι σε αυτή τη ζωή που ο καθένας βάζει το στοίχημά του, τραβάει τον δρόμο του, τον Γολγοθά του, υπάρχει μια στιγμή που έρχεσαι αντιμέτωπος με μερικά πράγματα που απασχολούν όλον τον κόσμο. Εμένα με απασχολούσε πάντα και συνεχίζει να με απασχολεί -γι’ αυτό λέω ότι είμαι σπινοζικός- ότι σε αυτόν τον κόσμο μπορεί να μην υπάρχει ευτυχία, αλλά μπορεί να υπάρχει χαρά. Και με αυτή την έννοια αγαπημένος μου δημιουργός είναι ο Μότσαρτ.
Με αυτή την έννοια δεν ξέρω αν θα με θυμούνται για να με ξεχάσουν, ξέρω ότι επειδή ποτέ δεν έκανα τίποτα για να με θυμούνται συνειδητά, έλεγα πάντα με τον τρόπο μου ότι η ζωή είναι ένα κύμα που γράφει στη ράχη του “παρ' όλ’ αυτά” και ότι σε εμάς ανήκει η ανάδειξη αυτού του πράγματος, του “παρ' όλ’ αυτά”. Δεν περιμένω, δηλαδή, την αθλιότητα των αντικειμενικών συνθηκών, ξέρω ότι το στοίχημα της χαράς παίζεται παρά τις συνθήκες και εναντίον των συνθηκών, πολλές φορές. Και ανήκει στον καθένα. Ίσως θα 'θελα να με θυμούνται σαν έναν άνθρωπο ο οποίος είπε ότι μας ανήκει η χαρά. Γι’ αυτό και η αντι-κλάψα στάση, αν θέλετε, του “Relax...” για το εμπόριo της κλάψας. Αυτό που έλεγε ο Μπλέικ ότι “όποιος τη χαρά γραπώνει για την πάρτη του, καταστρέφει τη φτερωτή ζωή. Όποιος ένα φιλί δίνει στη χαρά την ώρα που πετάει, αυτός ζει σε μια αιώνια Ανατολή”.