“Ο κινηματογράφος είναι σαν τον μαραθώνιο, χρειάζεται πρώτα απ' όλα επιμονή” είπε ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ο σπουδαίος Ιρανός σκηνοθέτης Αμίρ Ναντερί, απευθυνόμενος κυρίως σε νέους κινηματογραφιστές, κατά τη διάρκεια του masterclass που έδωσε εδώ στη Θεσσαλονίκη (σε συνεργασία με το Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λοκάρνο).
Πρόσθεσε ότι στον κινηματογράφο (και φυσικά όχι μόνο στον κινηματογράφο) μαθαίνει κανείς από τα λάθη που κάνει, όχι από τα σωστά. Και απόψε, Κυριακή βράδυ, στο κλείσιμο αυτού του μικρού κινηματογραφικού μαραθώνιου που είναι το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αναμένεται να είναι παρούσα η νέα υπουργός Πολιτισμού Λυδία Κονιόρδου. Πιθανώς θα δώσει και κάποιο πρώτο “στίγμα” της πολιτικής της σε ό,τι αφορά τον κινηματογράφο.
Ο Αμίρ Ναντερί παρομοίασε τον κινηματογράφο με την ερωτική σχέση, που «κάποιες φορές σε κάνει να αισθάνεσαι υπέροχα, ενώ άλλοτε σε πονάει». Από τη γειτονική Τουρκία, ένας άλλος προσκεκλημένος του Φεστιβάλ, ο σκηνοθέτης Ζεκί Ντεμίρκουμπουζ, θυμήθηκε πως ο έρωτάς του για το σινεμά και τη λογοτεχνία ξεκίνησε σε μια φυλακή του Κωνσταντινούπολης όπου τον είχαν κλείσει για τις αριστερές ιδέες του μετά το πραξικόπημα του 1980:
Διάβαζε Όμηρο και Ντοστογιέφσκι, έπειτα από προτροπή ενός γηραιότερου, θανατοποινίτη συντρόφου του. Του έδωσε ένα βιβλίο που είχε τον τίτλο “Έγκλημα και τιμωρία”. “Όταν το διάβασα, με επηρέασε καθοριστικά. Ζήτησα και δεύτερο, και τρίτο. Ήταν ένα μεγάλο σοκ για μένα, γιατί αναγνώρισα τη μοναξιά που ζούσα σε ένα βιβλίο που είχε γράψει ένας ορθόδοξος Ρώσος πριν από 150 χρόνια. Την πραγματικότητα που δεν μπόρεσα να μοιραστώ με κανέναν την έζησα σε αυτά τα βιβλία. Κατάλαβα ότι, όπως λένε ο Κιαροστάμι και άλλοι δημιουργοί, η τέχνη είναι πάνω από τις γλώσσες, τις θρησκείες, πάνω απ’ όλα”.
Στη Θεσσαλονίκη βρέθηκε κι ένας θρυλικός “αλχημιστής του φωτός”, ο Ιταλός διευθυντής φωτογραφίας Λουτσιάνο Τόβολι, συνεργάτης του Μικελάντζελο Αντονιόνι στο αριστουργηματικό “Επάγγελμα ρεπόρτερ”. Στα 80 του χρόνια σήμερα αποκάλυψε ορισμένα από τα μυστικά της δουλειάς του στο απολαυστικό masterclass που παρέδωσε την Παρασκευή. Αεικίνητος, παρά την προχωρημένη ηλικία του, και με ζωηρό χιούμορ, ο Λουτσιάνο Τόβολι θυμήθηκε την πρώτη του ταινία, τους “Ληστές του Οργκόζολο” του 1961, σε σκηνοθεσία Βιτόριο Ντε Σέτα:
«Βρεθήκαμε στα βουνά της Σαρδηνίας, όπου μείναμε για έξι μήνες ανάμεσα σε βοσκούς. Ο σκηνοθέτης επεξεργάστηκε μια μυθοπλασία με ήχο και εικόνα, χωρίς σχόλια, στηριζόμενος στην καθημερινότητα των βοσκών που ανεβαίνουν στα βουνά και γίνονται παράνομοι... Βρεθήκαμε ξαφνικά να κάνουμε μια νεορεαλιστική ταινία, κάτι μεταξύ ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας”.
Ο Τόβολι επισήμανε με έμφαση ότι το πάθος του ήταν να γίνει “ρεπόρτερ, όχι διευθυντής φωτογραφίας”. Τον ενδιέφεραν τα κοινωνικά θέματα:
“Το 1974, πάλι με τον Ντε Σέτα, γυρίσαμε μία σημαντική ταινία, το 'Un año en Pietralata', στα προάστια της Ρώμης, σε περιοχές με σοβαρά κοινωνικά προβλήματα. Καταγράψαμε ένα δημόσιο σχολείο που έδιωχνε από τις τάξεις του κάποια παιδιά τα οποία έξω από τη σχολική διαδικασία γίνονταν κλέφτες. Ο σκηνοθέτης συνάντησε τα παιδιά και τους γονείς τους, απευθύνθηκε στο υπουργείο Παιδείας και κατάφερε να επαναφέρει τους μαθητές στο ίδιο σχολείο.
Χάρη στην κάμερα, ίσως πετύχαμε να αλλάξει κάτι. Τέσσερις μήνες αργότερα, τα αγόρια αυτά, που είχαν εμπλακεί σε κλοπές, πέτυχαν καλύτερα αποτελέσματα στις εξετάσεις από τα άλλα παιδιά. Η ταινία γνώρισε τεράστια επιτυχία, είδαμε ότι το πάθος για ρεπορτάζ σε κοινωνικό επίπεδο μπορεί να αποτυπωθεί στην οθόνη».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο Λουτσιάνο Τόβολι στη συνεργασία του με τον Μικελάντζελο Αντονιόνι κατά τη δεκαετία του 1970, πρώτα με το ντοκιμαντέρ που γύρισαν στην Κίνα του Μάο:
«Ο Αντονιόνι ήταν τότε ο απόλυτος μύθος και ξαφνιάστηκα όταν δέχτηκα ένα τηλεφώνημά του στο οποίο μου πρότεινε να πάω στην Κίνα μαζί του. Η Κίνα ήταν για εμάς εκείνη την εποχή μία χώρα άγνωστη... Βρεθήκαμε λοιπόν εκεί καλεσμένοι της κινέζικης κυβέρνησης και υπό διαρκή παρακολούθηση. Μείναμε πολλούς μήνες κι όταν ολοκληρώθηκε η ταινία, παρουσιάστηκε στην Ουάσιγκτον, παρουσία του Κινέζου πρέσβη, και, έγινε σκάνδαλο... Όλη η κινεζική αντιπροσωπεία έφυγε από την προβολή, η ταινία λογοκρίθηκε και δεν προβλήθηκε στην Κίνα για 30 χρόνια”.
Ακολούθησε η συνεργασία στο αριστουργηματικό “Επάγγελμα ρεπόρτερ” του Μικελάντζελο Αντονιόνι. «Μετά την Κίνα θεωρούσα ότι είχα τελειώσει με τον Αντονιόνι, αλλά ξαφνικά με πήρε τηλέφωνο και μου είπε ότι έπρεπε να εμφανιστώ την επόμενη μέρα γιατί ξεκινούσε ταινία με τον Τζακ Νίκολσον, ο οποίος τότε ήταν ακόμη στην αρχή της καριέρας του”.
Ο Τόβολι περιέγραψε αναλυτικά το περίφημο μονοπλάνο στο τέλος της ταινίας, που παρουσίασε αμέτρητα τεχνικά προβλήματα. «Ο Αντονιόνι μου έλεγε ότι ήθελε σε αυτό το τελικό πλάνο να περάσουμε από μία υποκειμενική σε μία αντικειμενική θεώρηση. Για μένα, που δεν είμαι φιλόσοφος, το θέμα μου φαινόταν περίεργο. Για τα γυρίσματα επιστρατεύσαμε μία σφαίρα μέσα στην οποία έμπαινε η κάμερα και την οποία είχαν επινοήσει δύο Καναδοί πιλότοι, τεράστια γυροσκόπια κι έναν γερανό 40 μέτρων...
Γυρίζαμε αυτό το πλάνο επί μία ολόκληρη εβδομάδα και ο παραγωγός Κάρλο Πόντι μας έβρισε γιατί καθυστερούσαμε, αποκαλώντας ‘τρελό’ τον Αντονιόνι. Όμως τελικά το πλάνο αυτό έφτασε να αποτελεί αντικείμενο μελέτης σε όλες τις σχολές κινηματογράφου...”.