Live τώρα    
Λέοναρντ Κοέν (1934 -2016) / Λέοναρντ Κοέν (1934 -2016): Χόρεψε μέχρι το τέλος την αγάπη...
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Λέοναρντ Κοέν (1934 -2016) / Λέοναρντ Κοέν (1934 -2016): Χόρεψε μέχρι το τέλος την αγάπη...

Την Πέμπτη ανακοινώθηκε επίσημα ο θάνατος του Λέοναρντ Κοέν που είχε συμβεί στις 10 Νοεμβρίου στο σπίτι του στο Λος Άντζελες. Έφυγε από φυσικά αίτια σε ηλικία 82 ετών αφήνοντας ένα αρκετά μεγάλο σε όγκο αλλά ασύγκριτα πλουσιότερο σε νόημα και ουσία μουσικό αλλά και λογοτεχνικό έργο, το οποίο θα απασχολεί για πάρα πολλά χρόνια όχι μόνο τους κριτικούς και απλούς μελετητές αμφοτέρων αυτών των δημιουργικών χώρων, αλλά και τους ιστορικούς του μέλλοντος.

Η οικογένεια του ανακοίνωσε με μια λιτή ανάρτηση στο Facebook το γεγονός: «Με βαθύτατη λύπη ανακοινώνουμε ότι ο θρυλικός ποιητής, τραγουδοποιός και καλλιτέχνης Λέοναρντ Κοέν απεβίωσε. Έχουμε χάσει έναν από τους πιο αξιοθαύμαστους και παραγωγικούς οραματιστές. Ένα μνημόσυνο θα λάβει χώρα στο Λος Άντζελες στο μέλλον. Η οικογένειά του ζητά να σεβαστείτε την ιδιωτική της ζωή κατά τη διάρκεια του πένθους της».

Με τα τραγούδια του, πρώτιστα φυσικά με τους στίχους αλλά και με τη μουσική τους, που όχημά τους ήταν η βαθιά, όχι μεγάλων δυνατοτήτων και καθόλου καλλιεργημένη αλλά μελωδική με τον δικό της μοναδικό τρόπο και σίγουρα άκρως υποβλητική φωνή του, τα ποιήματά του και τα πεζά του κείμενα ο Λέοναρντ Κοέν ουσιαστικά κατέγραψε την έξωθεν και ακόμα περισσότερο την έσωθεν διαδρομή μιας ζωής, της δικής του.

Ήταν όμως ένα τόσο λαμπρό, αν όχι αληθινά φωτισμένο και δυνατό, πνεύμα και διέθετε μια τόσο γενναιόδωρη -κάτω από τον κυνικό μανδύα που την προστάτευε- ψυχή, ώστε με τον τρόπο αυτόν, δίχως καν να το προσπαθήσει, έκανε μια πλήρη χαρτογράφηση της ψυχοσύνθεσης αλλά και των συνθηκών ζωής του ανθρώπου τουλάχιστον των δυτικών κοινωνιών στο τελευταίο μέρος του 20ού αιώνα και στις δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου.


Ο διανοούμενος τροβαδούρος

Ο Λέοναρντ Κοέν γεννήθηκε στο αγγλόφωνο Κεμπέκ του Καναδά στις 21 Σεπτεμβρίου 1934 από εβραϊκή οικογένεια. Το στοιχείο αυτό θα έπαιζε πολύ μεγάλο ρόλο στη ζωή του καθώς μέλη της οικογένειάς του ήταν πολύ ενεργά στην εβραϊκή θρησκεία, ακόμα και πολιτικά όσον αφορά τη διεκδίκηση των συμφερόντων των Εβραίων ανεξάρτητα από τη χώρα όπου ζούσαν, και τα ορατά ίχνη του στο έργο του δείχνουν πόση μεγάλη σημασία είχε και σε αυτό.

Από πολύ μικρός έδειξε την κλίση και το ενδιαφέρον του γι' αυτό που επί της ουσίας τον απασχόλησε σε όλη του την ζωή και αγάπησε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, το γράψιμο. Έγραφε ποιήματα ήδη από το γυμνάσιο, αλλά παράλληλα έμαθε μόνος του κιθάρα και σχημάτισε ένα εφηβικό country γκρουπ. Αρχικά έπαιζε ακουστική κιθάρα, αλλά την άλλαξε με την κλασική όταν κάποιος του δίδαξε μερικά πράγματα για την τεχνοτροπία του flamenco, γεγονός που δείχνει και την αγάπη του συνολικά για τον ισπανικό πολιτισμό, όπως για παράδειγμα την ποίηση του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα.

Σπούδασε αγγλική φιλολογία στο τοπικό πανεπιστήμιο McGill όπου επέδειξε καλές επιδόσεις αλλά και ξεχώρισε στο κοινωνικό επίπεδο ανάμεσα στους συμφοιτητές του. Το 1954, σε ηλικία μόλις είκοσι ετών, δημοσιεύθηκαν τα πρώτα του ποιήματα σε ένα τοπικό περιοδικό. Αποφοίτησε ένα χρόνο αργότερα, φοίτησε για λίγο στη νομική σχολή του ίδιου πανεπιστημίου και στη συνέχεια, για ένα χρόνο, έκανε μεταπτυχιακό στο πανεπιστήμιο Columbia της Νέας Υόρκης.

Η πρώτη του ποιητική συλλογή εκδόθηκε το 1956 και ακολούθησαν και άλλα βιβλία, ποίησης αλλά και πεζογραφίας. Ένα από τα τελευταία, το μυθιστόρημα «Beautiful losers» του 1966, του απέφερε το περίοπτο και έγκυρο βραβείο Πούλιτζερ. Τα περισσότερα από αυτά γράφτηκαν στην... Ύδρα, καθώς είχε αγοράσει ένα σπίτι στο νησί του Σαρωνικού, στο οποίο περνούσε, σχεδόν σαν ερημίτης, πολύ μεγαλύτερο μέρος του χρόνου από όσο στον Καναδά, όπου είχε επιστρέψει μετά το μεταπτυχιακό του.

Είχε πλέον περάσει τα τριάντα και ήταν ένας αρκετά αναγνωρισμένος από τους κριτικούς και πολλά υποσχόμενος αλλά κάθε άλλο παρά οικονομικά επιτυχημένος λογοτέχνης. Απογοητευμένος από αυτό μετοίκησε οριστικά στην Αμερική έχοντας κατά νου να βιοποριστεί γράφοντας τραγούδια για άλλους. Το «Suzanne», που ερμήνευσε η Judy Collins, έγινε η πρώτη του επιτυχία και είχε αποτέλεσμα μια σχετική οικονομική ασφάλεια αλλά και την αναγνώριση στους μουσικούς κύκλους.

Η τελευταία έφερε μια σειρά από προσωπικές του πλέον συναυλίες που οδήγησαν τελικά στο να υπογράψει δισκογραφικό συμβόλαιο. Το 1967 κυκλοφόρησε το πρώτο του album «Songs of Leonard Cohen» που, εκτός από το «Suzanne», περιείχε δύο ακόμα τραγούδια του τα οποία σήμερα θεωρούνται πλέον κλασικά, τα «So long, Marianne» και «Sisters of mercy».

Ήταν τα πρώτα από πολλά ακόμα τέτοια που θα ακολουθούσαν. Ο απολογισμός σε αριθμούς του έργου του είναι 14 (χωρίς να συμπεριλάβουμε live και συλλογές) δίσκοι, αρκετές ποιητικές συλλογές και δύο μυθιστορήματα. Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα «Το βιβλίο του ελέους» (μετάφραση Διονύσης Μαρσέλλος, εκδόσεις Περισπωμένη), «Υπέροχοι απόκληροι» (μετφ. Αλέξης Καλοφωλιάς, Κέδρος, «Η μουσική του ξένου» (μετφ. Λίνα Ναικολακοπούλου, Ιανός), «Το βιβλίο του πόθου» (μετφ. Ιωάννα Αβραμίδου, Ιανός) και «Το αγαπημένο παιχνίδι» (μετφ. Χίλντα Παπαδημητρίου, Μελάνι).


Η υπαρξιακή αγωνία ενός εραστή της ζωής

Δύο θέματα απασχόλησαν τον στιχουργό Λέοναρντ Κοέν, αν και θα μπορούσε κανείς να πει ότι δεν ήταν παρά οι δύο όψεις του αυτού νομίσματος. Πολλά, τα περισσότερα μάλλον τραγούδια του, είναι ερωτικά. Εξαρχής όμως δεν έμενε στα εξωτερικά γνωρίσματα και την επιφάνεια του ερωτικού συναισθήματος, τολμούσε να καταβυθίζεται στην ουσία του και, από μια στιγμή και μετά, ακόμα και τη φιλοσοφική διάστασή του.

Από πολύ νωρίς όμως επίσης φάνηκε και η έντονη υπαρξιακή του αγωνία, απόρροια της εβραϊκής καταγωγής αλλά και της ιδιοσυστασίας του. Ο Κοέν ποτέ δεν φοβήθηκε τον θάνατο, αντίθετα τον μελέτησε και τον αντιμετώπισε στωικά, με το ιδιοσυγκρασιακό χιούμορ του, ακόμα και με έναν περιφρονητικό κυνισμό.

Τη δύναμη αυτή την αντλούσε από το ότι είχε ανακαλύψει από νεαρή ακόμα ηλικία το αντίδοτο σε αυτόν, με άλλα λόγια τον προαναφερθέντα έρωτα. Τα δύο αυτά αγαπημένα του θέματα τα συνδύασε μάλιστα στον απολαυστικά αυτοσαρκαστικό τίτλο του album του ’77 «Death of a ladies’ man», δηλαδή «Ο θάνατος ενός γυναικά»!

Και τα δύο αυτά στοιχεία κυριαρχούσαν στην προσωπική του ζωή, την οποία άλλωστε αντανακλούσε το έργο του. Δεν παντρεύτηκε μεν ποτέ, αλλά είχε πολλές σχέσεις, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο προβεβλημένες. Από δύο από αυτές απέκτησε ισάριθμα παιδιά, τον Άνταμ και την Λόρκα, από καθένα από τα οποία ευτύχησε να δει και ένα εγγόνι. Ο γιος του μάλιστα φαίνεται ότι κληρονόμησε έστω ένα μέρος του ταλέντου του γιατί έγινε και αυτός μουσικός.

Η μεταφυσική του αναζήτηση από τον ιουδαϊσμό, μετά από ένα σύντομο πέρασμα ακόμα και από τη... σαϊεντολογία, τον έφερε τελικά στον βουδισμό, στον οποίο, κατά τα φαινόμενα, βρήκε τελικά την εσωτερική του γαλήνη. Σε μια πολύ σπάνια μάλιστα κίνηση για ένα δημόσιο πρόσωπο όπως αυτός, για ένα μεγάλο διάστημα της δεκαετίας του 1990 είχε κυριολεκτικά αποτραβηχτεί από τα εγκόσμια και είχε εγκατασταθεί σε ένα βουδιστικό μοναστήρι, όπου επιπλέον φρόντιζε τον ήδη πολύ ηλικιωμένο και άρρωστο μοναχό - πνευματικό πατέρα του!

Ο Κοέν δεν έγραψε αμιγώς πολιτικά τραγούδια. Δεν ήταν όμως αποκομμένος από τον κόσμο μέσα στον οποίο ζούσε. Τον παρατηρούσε προσεκτικά και μερικές φορές, είτε σε τραγούδια που είχαν τέτοιο θέμα είτε συχνότερα σε άλλα με εντελώς άσχετο, τον σχολίαζε ρεαλιστικά, καίρια και κάποτε πολύ διορατικά.

«Πρώτα καταλαμβάνουμε το Μανχάταν και μετά το Βερολίνο» έλεγε προφητικά σε ένα τραγούδι που αρχικά είχε γράψει για την Jennifer Warnes το 1986, τρία ολόκληρα χρόνια πριν από την πτώση του «υπαρκτού» και του τείχους του Βερολίνου. Και το 1992, ένα χρόνο μετά τον πόλεμο του Κόλπου, προειδοποιούσε στο ομότιτλο τραγούδι του «The Future»: “Είδα το μέλλον, αδελφέ μου, και είναι δολοφονίες”!

Σεμνός και καθόλου επηρμένος, όταν αισθάνθηκε ότι οι βιολογικές του δυνάμεις άρχισαν να τον εγκαταλείπουν δεν δίστασε να αναθέσει πρώτα τις ενορχηστρώσεις και μετά ακόμα και τις συνθέσεις των δίσκων του σε άλλους, κρατώντας για τον εαυτό του αυτό που πάντα έκανε καλύτερα, τους στίχους και φυσικά την ερμηνεία τους.

Όταν συναισθάνθηκε ότι πλησίαζε το τέλος, φρόντισε, ψύχραιμα και συνετά όπως πάντα, να κλείσει τους λογαριασμούς του. Πρώτα με τη ζωή του με το «Popular mistakes» του 2014, που κυκλοφόρησε ακριβώς την ημέρα των ογδοηκοστών γενεθλίων του. Και μετά με οτιδήποτε μπορεί να συμβαίνει μετά από αυτήν με το «You want it darker» που κυκλοφόρησε μόλις στις 21 Οκτωβρίου.

«Είμαι έτοιμος τώρα, Κύριέ μου...» αυτό είναι ουσιαστικά ολόκληρο το ρεφρέν του ομότιτλου τραγουδιού με τη συνοδεία γρηγοριανής χορωδίας. Πώς θα μπορούσε να είναι διαφορετικός ο θάνατός του από όπως τον περιγράφει ο γιος του -και, μάλλον όχι συμπτωματικά, παραγωγός του «You want it darker»- Adam «έγραφε μέχρι την τελευταία στιγμή με εκείνο το μοναδικό του χιούμορ». Πλήρης ημερών και ακόμα πιο γεμάτος εσωτερικά...


Η υποθήκη

Ο Λέοναρντ Κοέν ήταν λογοτέχνης πριν καν σκεφτεί να γίνει μουσικός, συγγραφέας, αλλά, πριν απ' όλα, ποιητής. Θα άξιζε ένα Νόμπελ Λογοτεχνίας πολύ περισσότερο από άλλους μουσικούς... Η αυθεντική ποιητικότητα που εισήγαγε στους στίχους τραγουδιών, κάτι που πριν από εκείνον ήταν αδιανόητο, ήταν η πρώτη, σημαντικότερη και διαρκής συνεισφορά του στη σύγχρονη μουσική.

Ήταν όμως όλα αυτά μαζί, οι ποιητικοί στίχοι του, οι ισχυρές μελωδίες ακόμα και των πιο απλών ακουστικών μπαλαντών του, έως και ο χαρακτηριστικός τρόπος της ερμηνείας του που τον έκαναν τόσο μεγάλη επιρροή ίσως όχι τόσο πολλών όσων επηρέασε ο Dylan, αλλά εξίσου, αν όχι πολύ περισσότερο, σημαντικών και ξεχωριστών. Από τον Tom Waits, όσο παράξενο και αν φαίνεται εξαιτίας του τόσο διαφορετικού ύφους τους, μέχρι τους αρκετούς που δεν θα είχαν υπάρξει αν δεν είχαν προηγηθεί αμφότεροι, με πρώτον και καλύτερο φυσικά τον Nick Cave. Τα υπόλοιπα θα τα κρίνει ακόμα καλύτερα ο χρόνος και περισσότερα θα γράψει σίγουρα η Ιστορία...

Κατά έναν παράξενο τρόπο όμως η εικόνα που κρατώ από αυτόν δεν είναι από τις συναυλίες του που παρακολούθησα ούτε από κάποιο βίντεο τραγουδιού του, αλλά από το εξώφυλλο του «You want it darker», ίσως γιατί έτσι το είχε προγραμματίσει ο ίδιος. Ελάχιστους μήνες πριν από τον θάνατο του, γερασμένος, ολοφάνερα πολύ καταβεβλημένος, αλλά... με το αιώνιο τσιγάρο του στο χέρι.

Κοροϊδεύοντας κατάμουτρα τον θάνατο δηλαδή, όχι γιατί είχε συμφιλιωθεί απλά μαζί του όπως πολλοί άλλοι, αλλά γιατί τον είχε κυριολεκτικά υπερβεί. Με την πολύ απλή συνειδητοποίηση ότι σχεδόν τίποτα δεν έχει νόημα εκτός... από πολύ λίγα, τα ελάχιστα που νοηματοδοτούν και όλα τα υπόλοιπα και στα οποία ο ίδιος αφιέρωσε ολόκληρη την ζωή του. So long old Lenny and thanks for the ride...


 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0