Μοιάζει πλέον μακρινή η εποχή που ο ακροατής της 9ης συμφωνίας του Γκούσταβ Μάλερ προσερχόταν στη συναυλιακή αίθουσα με το ευεργέτημα της σπάνιας ή και της πρώτης ακρόασης του έργου, και μάλιστα από μιαν ορχήστρα του τόπου του. Εξίσου μακρινή οφείλει να καταστεί και η εποχή που έδινε την ευχέρεια σε έναν εθνικό ορχηστρικό σχηματισμό, έστω της ευρωπαϊκής περιφέρειας, να αντιμετωπίζει το μνημειακών απαιτήσεων -γερμανικό ως επί το πολύ- συμφωνικό και μελοδραματικό ρεπερτόριο ως εξωτική χώρα άπιαστων επιδόσεων. Τα άλλοθι εκλείπουν σταδιακά για την εφιαλτικά και βίαια αφυπνιζόμενη χώρα μας. Πολλώ μάλλον που η όποια επίκλησή τους παραβλέπει το γεγονός ότι ακόμη και όσοι δεν έχουν αγγιχτεί από τον συνδυασμό μιας αταβιστικά βιεννέζικης αύρας με την απειλητική σκιά του ναζισμού της πρώτης παγκόσμιας ηχογράφησης του έργου (1938, υπό τον πρώτο διδάξαντα Μπρούνο Βάλτερ) ή από την υπαρξιακή έκταση του βιωματικού τόξου της μπαγκέτας ενός Μητρόπουλου, έχουν εκτεθεί πιθανότατα στον προσωπικό μαγνητισμό ενός Κάραγιαν ή ενός Μπέρνστάιν μέσα από ευρέως προσιτές κινηματοσκοπήσεις συγκλονιστικής έντασης των ίδιων επικεφαλής σπουδαίων ορχηστρικών οργανισμών.
Έργο εσχατολογικό και προσωπικό στο έπακρον, ακόμη και για τα δεδομένα ενός Μάλερ, σφραγισμένο από τη μανία καταδίωξης ενός αριθμητικού συμβολισμού, η 9η συμφωνία, που τόσο προσπάθησε να παρακάμψει αλλά που, εν τέλει, αναδείχθηκε σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία για τον συνθέτη της, αντιμετωπίζει την αγωνία ενός διαφαινόμενου θανάτου με μια τελική ηλύσια απαντοχή που παραπέμπει στον έσχατο Μότσαρτ της «δεύτερης αφέλειας». Και είναι ακριβώς αυτό το μέγεθος της εκφραστικής ενατένισης της Συμφωνίας που επιτάσσει ένα επίπεδο σύμπραξης και ποιότητας ήχου εξαιρετικό, υπερβατικό, υπερκόσμιο. Ένα επίπεδο που, παρά τις προσπάθειες των μουσικών της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών στη συναυλία της 25ης Νοεμβρίου 2012 (αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης» Μεγάρου Μουσικής Αθηνών - είχε προηγηθεί εμφάνιση του αρχιμουσικού στην Θεσσαλονίκη, στις 18.11.11, επικεφαλής της ΚΟΘ), κατέλιπε ουσιώδη κενά στις απαιτήσεις εσωτερικής διαφάνειας του οργανωμένου χάους σελίδων της μουσικής αυτής, για να μην αναφερθούμε στην καθαρά ηχητική πενία του αποτελέσματος.
Εν όψει των ανωτέρω, οφείλουμε να ομολογήσουμε ότι αμηχανία μάς δημιουργεί η επιλογή μετάκλησης του αρχιμουσικού Ζακ Ντελακότ, γνωστού μεν εδώ και δεκαετίες ως ενός από τους αξιόπιστους μαιτρ της όπερας, αλλά χωρίς τα διαπιστευτήρια μιας παρόμοιας ανάθεσης, και μάλιστα ενώπιον ορχήστρας που δεν έχει ακόμη κατακτήσει το τεχνικό επίπεδο που θα επέτρεπε σε έναν επισκέπτη μαέστρο να διδάξει in brevi το ερμηνευτικό όραμά του για ένα μεγάλο έργο, όπως η 9η του Μάλερ. Με όλο τον σεβασμό στη διασύνδεσή του με το όνομα του Δημήτρη Μητρόπουλου, μέσω της επιτυχίας του (το απώτερο 1971) στον διαγωνισμό που έφερε το όνομα του εκλιπόντος εν έτει 1960 Έλληνα αρχιμουσικού, και στη θητεία του ως βοηθού τού Λέοναρντ Μπέρνστάιν, ο Ντελακότ δεν έχει υποπέσει στην αντίληψή μας, τουλάχιστον ως ερμηνευτής συμφωνικής μουσικής, στο πλαίσιο της έντονης και γεωγραφικά απροκατάληπτης ραδιοφωνικής αναμετάδοσης συναυλιών των τελευταίων δεκαετιών που παρακολουθούμε επιμελώς. Σε κάθε περίπτωση, ο βηματισμός που υπαγόρευσε στο μαστοδοντικό α' μέρος της Συμφωνίας του Μάλερ υπήρξε μεν «περιπατητικός», κατά την αγωγική επιταγή, αλλά ελάχιστα «commodo», όπως η ίδια περαιτέρω εξειδικεύει. Αλλά και η εξαιρετικά εμφατική και επιτηδευμένη στίξη του β' μέρους δεν βοήθησε ουσιαστικά στη συντήρηση του momentum μιας κίνησης που, με άλλο πρόσταγμα και με άλλο επίπεδο πραγμάτωσης, ηχεί περισσότερο υπαινικτική και πολύσημη, λιγότερο διεκπεραιωτική και αποσυντεθειμένη. Συνοψίζοντας, από την ερμηνεία μάς έλειψε τόσο ένας κεντρικός ερμηνευτικός άξονας όσο και το απαραίτητο ορχηστρικό στραντιβάριους, για το οποίο έγραφε ο Μάλερ.
Με αυτά τα δεδομένα, η έκπληξή μας υπήρξε ιδιαιτέρως ευχάριστη στην εξίσου μονογραφική συναυλία της ΚΟΑ με αδόμενα μέρη και ορχηστρικά «αιμάσσοντα αποτμήματα» της τριλογίας με πρόλογο «Το Δαχτυλίδι του Νίμπελουνγκ» του Ρίχαρντ Βάγκνερ που διηύθυνε ο νέος καλλιτεχνικός της διευθυντής, Βασίλης Χριστόπουλος (ΜΜΑ 1/12/2011). Οι διεθνώς διακεκριμένοι σολίστ, βαρύτονος Πέτερις Έγκλιτις (Βόταν με σεβασμό στη γραμμή, αλλά με ελλειμματική χαμηλή περιοχή για τον ώριμο Θεό της «Βαλκυρίας») και υψίφωνος Κριστιάνε Λίμπορ (μεγάλης τονικής πληρότητας λυρική σοπράνο με ορατές δυνατότητες νεανικοδραματικής επέκτασης) απόλαυσαν μιαν εξαιρετικής πλαστικότητας στήριξη από τον Χριστόπουλο και τους μουσικούς του, παρέχοντας πρώτα δείγματα μιας συνεργασίας που προφανώς ήδη λειτουργεί και στην οποία οφείλει να διασφαλισθεί το αναγκαίο θεσμικό και ουσιαστικό περιβάλλον εμβάθυνσης. Παρά τις αποστάσεις που τηρούμε έναντι της σύγχρονης τάσης πολλών αρχιμουσικών για τέμπι υπερταχέα που συντελούν στη μεταφυσική αποφόρτιση σελίδων, όπως π.χ. του πένθιμου εμβατηρίου του Ζήγκφριντ, το συνολικό επίπεδο σύμπραξης των μουσικών της Ορχήστρας σηματοδοτούσε άλμα σε σχέση με όσα σημειώνονται στο α’ μέρος του κειμένου, τόσο αναφορικά με τις ατομικές επιδόσεις όσο και σε σχέση με την ποιότητα ομοιογένειας του συνολικού ήχου, αρετής που θεωρούσαμε ότι μάταια αναζητούσαμε από την ΚΟΑ...