Live τώρα    
Περιπλάνηση και επιστροφή: Ο ορίζοντας είναι η απάντηση
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Περιπλάνηση και επιστροφή: Ο ορίζοντας είναι η απάντηση

Μπρούνο Γκαντς, Σολβέιγ Ντομαρτέν στα "Φτερά του έρωτα".

Λίγους μήνες μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, τον Αύγουστο του 1945, στην ερειπωμένη Γερμανία, θα γεννηθεί στο Ντίσελντορφ ο Έρνστ Βίλχελμ Βέντερς, όπως είναι το πλήρες όνομα του Βιμ Βέντερς. Μεγάλωσε στο Ομπερχάουζεν, όπου ο πατέρας του εργαζόταν ως γιατρός.

Αρχικά θέλησε να ακολουθήσει τα χνάρια του πατέρα του και σπούδασε Ιατρική και Φιλοσοφία, αλλά το 1966 διακόπτει τις σπουδές του και πηγαίνει στο Παρίσι. Αποτυγχάνει να γίνει δεκτός στη Σχολή Καλών Τεχνών για να σπουδάσει ζωγραφική, και "βυθίζεται" στις προβολές της Σινεματέκ, βλέποντας καθημερινά πέντε ταινίες. Επιστρέφει στη Γερμανία έναν χρόνο αργότερα, και γίνεται δεκτός στη Σχολή Κινηματογράφου του Μονάχου, η οποία μόλις είχε ιδρυθεί.«Ήταν η εποχή της επανάστασης. Αμφισβητούσαμε τους καθηγητές και διαμορφώναμε μόνοι μας το πρόγραμμα σπουδών», λέει για εκείνη την περίοδο.

Σε μια διαδήλωση το 1968 η αστυνομία τον συλλαμβάνει και θα περάσει ένα διάστημα στη φυλακή.

Ο Βέντερς αποφοίτησε από τη Σχολή του Μονάχου με τη μεγάλου μήκους ασπρόμαυρη ταινία "Καλοκαίρι στην πόλη", φιλμ που αναφέρεται ουσιαστικά στο συγκρότημα των Kinks, και γεννήθηκε από την επιθυμία του να μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη τα αγαπημένα του τραγούδια εκείνης της εποχής. Η ιστορία ενός ανθρώπου που αποφυλακίζεται και προσπαθεί να βάλει σε τάξη τη ζωή του, λειτούργησε περισσότερο σαν μια πρόφαση για να εντάξει στην ταινία σκηνές με τζουκ μποξ, μαγνητόφωνα, ραδιόφωνα αυτοκινήτων, ώστε να ακουστούν όσο το δυνατόν περισσότερα τραγούδια. Αλλά, τελικά, ως νέος σκηνοθέτης, δεν είχε εξασφαλίσει τα δικαιώματα των τραγουδιών που ακούγονταν στην ταινία, και έτσι το φιλμ δεν μπορούσε να προβληθεί στις αίθουσες...

Σε μια συνέντευξή του ο Βιμ Βέντερς είχε μιλήσει για την επίδραση που άσκησε πάνω του το ροκ: «Αν δεν υπήρχαν οι Κινκς, ο Βαν Μόρισον, οι Μπητλς, οι Στόουνς και πάνω απ’ όλους ο Μπομπ Ντίλαν, δεν θα είχα εγκαταλείψει τις σπουδές ιατρικής και φιλοσοφίας για ν’ αφοσιωθώ σε κάτι τόσο αβέβαιο, όπως η καλλιτεχνική δημιουργία. Σαν σκηνοθέτης ασκεί κανείς ταυτόχρονα πολλά επαγγέλματα, είναι ψυχίατρος, λογιστής, δικηγόρος, ταξιδιωτικός πράκτορας, αρχιτέκτονας, φωτογράφος, αφηγητής, διαφημιστής, συγγραφέας και πολλά ακόμη, τα οποία δεν είναι τόσο λαμπερά και δημιουργικά. Πίσω απ’ όλα αυτά υπάρχουν μόνο δύο αληθινοί προορισμοί του ταξιδιώτη και του ονειροπόλου. Οι ταινίες είναι πάντα ταξίδια είτε προς τα έξω, είτε προς τα μέσα. Και χωρίς να έχει πρώτα ονειρευτεί, κανείς ταξιδιώτης δεν ξεκινά το ταξίδι».

Ένας Γερμανός κριτικός κινηματογράφου είχε γράψει για εκείνη την αρχική περίοδο του έργου του πως "ο Βέντερς φαίνεται πως διαθέτει μια απεριόριστη πίστη στη δύναμη του κινηματογράφου... Γι' αυτόν το νόημα της ύπαρξης υπάρχει μόνο μέσα από τις κινηματογραφικές εικόνες". Το 1971 μαζί με άλλους 14 Γερμανούς κινηματογραφιστές, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Φασμπίντερ, ιδρύουν την κοινοπραξία Filmverlag der Autoren, που έγινε ο πυρήνας του Νέου Γερμανικού Κινηματογράφου. «Σε αντίθεση με τη νουβέλ βαγκ, εμείς θεωρούσαμε τότε τη δραστηριότητά μας “εναλλακτική”. Δεν είχαμε ούτε πρότυπα, ούτε παράδοση, ούτε θέλαμε να πάρουμε τη θέση κάποιου. Η αλληλεγγύη, ήταν στην πραγματικότητα το μοναδικό κεφάλαιο που διαθέταμε».

Η επίδραση της αμερικανικής κουλτούρας ήταν ολοφάνερη σε αυτή τη γενιά των Γερμανών κινηματογραφιστών. Ωστόσο, ο Βέντερς θα είναι ο μοναδικός από αυτή την ομάδα που θα περάσει τον Ατλαντικό, το 1978, έπειτα από πρόσκληση του Φράνσις Φορντ Κόπολα, για να γυρίσει το "Χάμετ", ως φόρο τιμής στον Αμερικανό συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων Ντάσιελ Χάμετ. Αλλά το γύρισμα αυτής της ταινίας εξελίχθηκε σε τραυματική εμπειρία για τον Βέντερς. Ο Κόπολα δεν έμεινε ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα και επενέβη ως άτεγκτος παραγωγός, ξαναγυρίζοντας εκτεταμένα αποσπάσματα της ταινίας. Κατά τη διάρκεια αυτής της σύγκρουσης, ο Βέντερς θεματοποιεί τη "συνάντηση" ενός Ευρωπαίου με το αμερικάνικο σινεμά, γυρίζοντας το συγκινητικό ντοκιμαντέρ "Αστραπή πάνω από το νερό", μια ταινία για τον ετοιμοθάνατο σκηνοθέτη Νίκολας Ρέι..

Το "Παρίσι, Τέξας" του 1984, μια «ευρωπαϊκή» ταινία στην Αμερική, είναι ταυτόχρονα μια ταινία για την περιπλάνηση αλλά και για την "επιστροφή", συμπυκνώνοντας σε μεγάλο βαθμό τις μέχρι τότε αναζητήσεις του Βέντερς. Ένας άντρας (Χάρυ Ντιν Στάντον) μετά τη διάλυση του γάμου του παθαίνει αμνησία... Θα τον βρουν να περιπλανιέται ημιθανής στην έρημο του αμερικάνικου Νότου. Δουλεύοντας το σενάριο του Σαμ Σέπαρντ, ο Βέντερς δημιούργησε μια ταινία με αιχμηρά "χάσματα", σαν το κενό στη ζωή του ήρωά του. Βραβευμένη με τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών, η ταινία αποτελεί, πιθανότατα, την κορυφαία στιγμή στην καριέρα του Βέντερς. "Ο ήρωας της ταινίας λέγεται Τράβις", λέει ο Βέντερς, "και το όνομα παραπέμπει στη λέξη “traveler” (ταξιδευτής). Σε κάποια στιγμή περπατά προς τον ορίζοντα κι ο αδελφός του τον ακολουθεί και προσπαθεί να τον φτάσει. Και υπάρχει ένας μικρός διάλογος μεταξύ τους -στα road movies οι μικροί διάλογοι είναι πολύ καλύτεροι από τους μεγάλους- όπου ο μικρός αδελφός τον ρωτάει δείχνοντας τον ορίζοντα: «Γιατί θέλεις να πας εκεί; Τι υπάρχει εκεί πέρα;». Κι ο Τράβις, αντί να του απαντήσει, κοιτάζει απλά τον ορίζοντα και τον δείχνει. Σαν να του λέει ότι ο ορίζοντας είναι η μόνη απάντηση".

Tο 1987 o Βέντερς επέστρεψε στη Γερμανία για να γυρίσει "Τα φτερά του έρωτα", μια ταινία που έχει ως αφετηρία την ποίηση του Ρίλκε, με πρωταγωνιστή έναν άγγελο ο οποίος υποκύπτει στον έρωτα και επιλέγει να αφήσει την αθανασία και να "οξειδωθεί μέσα στη νοτιά των ανθρώπων". Ο άγγελος Ντάμιελ (Μπρούνο Γκαντς) θα "εκπέσει" με τη θέλησή του στους περιορισμούς της θνητότητας, στην αρρώστια και τον πόνο, γιατί μόνο έτσι θα μπορέσει να αγγίζει, να αισθάνεται, να ακούσει μουσική, να νιώσει τη βροχή, να ζήσει τον έρωτά του για τη Μάριον, μια ακροβάτισσα του τσίρκου...

"Το Βερολίνο", λέει ο Βέντερς, "είναι η μόνη πόλη που μ’ ενδιαφέρει από τη χώρα μου. Οπουδήποτε αλλού στη Γερμανία δεν νιώθεις τίποτα, εκτός από τη φρενήρη ανάγκη να ξεχαστεί το παρελθόν. Αντίθετα το Βερολίνο κουβαλά τα τραύματά του έντιμα, θα έλεγα με υπερηφάνεια. Τα σημάδια του πολέμου δεν εξαφανίστηκαν, μένουν μάλιστα ορατά ακόμα και στην αρχιτεκτονική... Σ’ αυτή τη συμβολική πόλη βρίσκεις ίχνη του 19ου αιώνα, της δεκαετίας του ’20, του πολέμου, του μεταπολέμου... Και ήθελα να δουλέψω με τον Πέτερ Χάντκε το σενάριο, κανείς δεν γράφει σαν τον Χάντκε στη σύγχρονη γερμανική λογοτεχνία. Ήθελα οι άγγελοί μου να εκφράζονται με τη σύγχρονη γλώσσα, αλλά με ωραία και σωστά γερμανικά, λιγάκι κλασικά, πιο κοντά στον 19ο αιώνα. Αν και αυτή είναι η γλώσσα μας, σχεδόν κανείς πια δεν ξέρει να την μιλήσει ή να τη γράψει... Ήθελα οπωσδήποτε τον Πέτερ γιατί μόνο αυτός θα μπορούσε να το κάνει. Του τηλεφώνησα και του διηγήθηκα την ιστορία... Πέρασα δέκα μέρες μαζί του στο Σάλσμπουργκ, και κατάλαβε απόλυτα τι ήθελα να κάνω. Θυμηθήκαμε κι εμπνευστήκαμε και από τη δουλειά του Ζακ Πρεβέρ στο γαλλικό σινεμά... Ο Πέτερ κατάφερε να εκφράσει την ποιητική υπόσταση.αλλά και όλα αυτά τα απλά και καθημερινά της ζωής, που τα συνοψίζει ο Πίτερ Φολκ μπροστά από μία καντίνα, ξημερώματα...». Το φιλμ είναι αφιερωμένο σε τρεις μεγάλους του κινηματογράφου, τον Γιασουχίρο Οζου, τον Φρανσουά Τρυφό και τον Αντρέι Ταρκόφσκι... Η ταινία απέσπασε το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ των Καννών το 1987.

Το "Παρίσι, Τέξας" και "Τα φτερά του έρωτα" ξαναβγαίνουν στους κινηματογράφους από τις 23 Ιουνίου σε αποκατεστημένες (Remastered) εκδόσεις.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0