Οι πρόσφυγες αντιμετωπίζουν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο να εκδηλώσουν σχιζοφρένεια και άλλες ψυχωσικές διαταραχές, σύμφωνα σουηδο-βρετανική επιστημονική έρευνα. Ο κίνδυνος είναι πολύ μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο κίνδυνο για τους οικονομικούς μετανάστες.
Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι οι πρόσφυγες αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο σε σχέση με τους μετανάστες για προβλήματα ψυχικής υγείας, όπως η διαταραχή μετατραυματικού στρες ή η κατάθλιψη. Ήταν επίσης γνωστό ότι οι μετανάστες αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο κίνδυνο ψυχώσεων σε σχέση με τους ντόπιους σε μια χώρα.
Η έρευνα έγινε σε 1,35 εκ. πρόσφυγες και μετανάστες από τη Μέση Ανατολή, τη Βόρεια και υποσαχάρια Αφρική, την Ασία και την Ανατολική Ευρώπη.
Η ανάλυση έδειξε ότι οι πρόσφυγες στους οποίους είχε χορηγηθεί άσυλο, είναι 66% πιθανότερο να εμφανίσουν σχιζοφρένεια ή άλλη ψυχωσική διαταραχή, σε σχέση με τους οικονομικούς μετανάστες. Είναι επίσης 3,5 φορές πιθανότερο να εμφανίσουν ψύχωση σε σχέση με τους ντόπιους.
Ο αυξημένος κίνδυνος για τους πρόσφυγες είναι περίπου ο ίδιος ανεξάρτητα από τη χώρα προέλευσής τους, ενώ ειδικά για τους οικονομικούς μετανάστες από την υποσαχάρια Αφρική υπάρχει εξίσου μεγάλος κίνδυνος για ψυχώσεις, όπως και για τους πρόσφυγες.
Οι επιστήμονες επεσήμαναν ότι η νέα μελέτη ενισχύει τη θεωρία πως η σχιζοφρένεια και οι άλλες ψυχώσεις επηρεάζονται από τις εμπειρίες και τις αντιξοότητες της ζωής, οι οποίες είναι γενικά πιο επώδυνες στην περίπτωση των προσφύγων από ό,τι των μεταναστών.
Ο ψυχίατρος Τζέημς Κερκμπράιντ του UCL επεσήμανε ότι στις περισσότερες χώρες όπου πάνε οι πρόσφυγες, λαμβάνουν τη συμβατική ιατρική φροντίδα, όμως τα προβλήματα ψυχικής υγείας τους παραμελούνται, πράγμα που πρέπει να αλλάξει στο μέλλον.
Οι επιστημονικές έρευνες έχουν δείξει ότι η σχιζοφρένεια και οι άλλες ψυχώσεις μειώνουν το προσδόκιμο ζωής του ασθενούς κατά δέκα έως 25 χρόνια.
Σημειώνεται ότι η έρευνα έγινε από το τμήμα Δημόσιας Υγείας του ιατρικού Ινστιτούτου Καρολίνσκα του Πανεπιστημίου της Στοκχόλμης και του Τμήματος Ψυχιατρικής του University College του Λονδίνου (UCL), με επικεφαλής την δρα 'Αννα-Κλάρα Χολάντερ και δημοσιεύτηκε στο βρετανικό ιατρικό περιοδικό "British Medical Journal-BMJ".