Το κινηματοθέατρο «Τριανόν» τη Δευτέρα το βράδυ γέμισε από κόσμο που πήγε να παρακολουθήσει μια συναυλία διαφορετική από τις άλλες, καθώς πολύ σπάνια έχουμε την ευκαιρία στην Ελλάδα να ακούμε ζωντανά αυθεντική κινεζική μουσική. Σε μια εκδήλωση λοιπόν διοργανωμένη από το Meet Culture, έναν οργανισμό που προωθεί τις πολιτισμικές ανταλλαγές μεταξύ Ελλάδας και Κίνας, ολίγον ερασιτεχνικά μεν, αλλά, όπως φάνηκε, με ήδη ισχυρούς θεσμικούς και μη υποστηρικτές (κυρίως από ελληνικής πλευράς επί του παρόντος) απολαύσαμε μία από τις κορυφαίες Κινέζες μουσικούς, την Chang Jing, γνωστής και διεθνώς από την εμφάνισή της στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών αγώνων του Πεκίνου το 2008.
Η Chang Jing είναι δεξιοτέχνης ενός από τα κυριότερα αλλά και αρχαιότερα όργανα της κινεζικής μουσικής, του guzheng. Παρότι συνήθως αποκαλείται το κινεζικό σαντούρι και ομολογουμένως σαν εμφάνιση μοιάζει με το κανονάκι, κατά τη γνώμη μας τόσο ο τρόπος που παίζεται (είναι νυκτό, ο εκτελεστής δηλαδή χρησιμοποιεί τα δάκτυλά του και όχι ραβδάκια) όσο και κυρίως το ηχόχρωμά του το κάνουν μάλλον τη σινική εκδοχή της δυτικής άρπας. Ο σολίστ όμως βέβαια είναι σολίστ ανεξάρτητα από τη χώρα καταγωγής και το όργανο του και η Chang Jing αληθινή τέτοια, έτσι μας κατέκτησε αμέσως με την απαράμιλλη τεχνική της την οποία συνόδευε επάξια ο επίσης εξαίρετος Zhang Di στο xiao, δηλαδή το κινεζικό φλάουτο. Επιπροσθέτως όμως η Chang Jing, που είναι και η μόνη Κινέζα μουσικός η οποία τραγουδά ενώ παίζει guzheng, μας μάγεψε με την όντως ονειρική φωνή της.
Ελαφρά ανάμεικτες οι εντυπώσεις μας από το δεύτερο μέρος, όταν στη σκηνή προστέθηκαν τα τρία μέλη (τραγούδι, αρχαιοελληνική λύρα, νταούλι και φωνητικά) του γυναικείου συγκροτήματος αρχαιοελληνικής μουσικής Lyre 'N' Rhapsody με το οποίο η Chang Jing συνεργάζεται ήδη για την ηχογράφηση ενός κοινού δίσκου που θα κυκλοφορήσει τόσο στην Κίνα όσο και στην Ελλάδα. Μπορεί να υπάρχουν κάποια ελάχιστα κοινά στοιχεία ανάμεσα στην αρχαία κινεζική μουσική και την αντίστοιχη ελληνική αλλά ένα τέτοιο εγχείρημα πιστεύουμε ότι απαιτεί εις βάθος έρευνα για να υπάρξει αληθινή όσμωση ανάμεσα στις δύο παραδόσεις και να μην καταλήξει ανώδυνο φολκλόρ. Έστω και έτσι όμως η πρωτοβουλία ήταν αξιέπαινη και ελπίζουμε να συνεχιστεί για να μπορέσουμε να ακούσουμε και άλλους εκπροσώπους της πραγματικά -και όχι λόγω επιφανειακού «εξωτισμού»- σαγηνευτικής μουσικής της μακρινής ασιατικής χώρας.
ΘΑΝΟΣ ΜΑΝΤΖΑΝΑΣ