Του Λέανδρου Πολενάκη
Η Τατιάνα Τολστάγια συγκαταλέγεται ανάμεσα στα «καινούργια ονόματα» της αναγεννώμενης, μεγάλης ρωσικής πεζογραφίας, η οποία ποτέ δεν έσβησε, όπως έσπευσαν κάποιοι να αναγγείλουν. Περνούσε, απλώς, την απαραίτητη περίοδο μιας «αγρανάπαυσης». Και, νά 'τη, πετιέται...Το μυθιστόρημά της Τατιάνας Τολστάγια, «Σόνια» πρωτοανέβηκε δραματοποιημένο στο «Νέο Θέατρο» της Ρίγας (Λετονία), στα ρωσικά, σε σκηνοθεσία του Λετονού Αλβις Ερμάνις, και σήμερα φιλοξενείται στο Φεστιβάλ Αθηνών, στην ίδια σκηνοθεσία. Τι είναι, όμως, το έργο και ποια η κεντρική του ιδέα;
Το έργο, τοποθετημένο στη δεκαετία του '40, στη διάρκεια του «μεγάλου πατριωτικού πολέμου», φέρει τυπικά τη φόρμα μιας τραγικής φάρσας: στην «αφελή» και «αγαπησιάρα», κακοφτιαγμένη Σόνια, κάποιοι αναίσθητοι γείτονες στέλνουν συστηματικά, για να διασκεδάσουν, πλαστά ερωτικά γράμματα από έναν ανύπαρκτο θαυμαστή, που εκείνη θα τον περιμένει σε όλη της τη ζωή χωρίς εκείνος ποτέ να εμφανιστεί. Αυτή είναι σε γενικές γραμμές η πλοκή, που ωστόσο, σύμφωνα με το σημείωμα του εντύπου πρόγραμματος που μεταφέρω εδώ, «δεν παίζει καθοριστικό ρόλο στη σκηνοθεσία του Άλβις Ερμάνις, η οποία πραγματεύεται την αναντιστοιχία μεταξύ ενός φαινομένου και της ουσίας του, μιας και τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται... Η αντίθεση είναι τόσο ισχυρή που γεννά σύγχυση. Η Σόνια, άσχημη και κακοφτιαγμένη, έχει ευγενική καρδιά, ενώ ο κόσμος, η κοινωνία, οι 'φυσιολογικοί' άνθρωποι που εκπροσωπούνται από τον αφηγητή, είναι φαύλοι. Όσο πιο αγνός είναι ο εσωτερικός κόσμος της Σόνιας, τόσο πιο πολύ ο εξωτερικός κόσμος την συνθλίβει με τα βρομερά του πόδια και τα σιχαμερά του χέρια. Και όμως, στο τέλος της ζωής της δίνει σάρκα και οστά στο αντικείμενο της αγάπης της, που, στην πραγματικότητα δεν είχει υπάρξει ποτέ. ΄Ενας άνθρωπος αναδύεται από τον σωρό με τα άδεια παλτά στο κρεβάτι...».
Αυτά αναφέρει το σημείωμα του προγράμματος, που απηχούν λίγο ή πολύ έναν κλασικό, αναλυτικό, γερμανικό τρόπο σκέψης Ωστόσο, εγώ διακρίνω και άλλες όψεις του έργου, πέρα από την τυπική διαλεκτική της ουσίας και των φαινομένων. Το έργο είναι τόσο πολύ διαποτισμένο από τον ρωσικό ψυχισμό και την αντίστοιχη πνευματικότητα, που δύσκολα θα μπορούσε να αποδοθεί σε άλλη γλώσσα πλην της ρωσικής. Μάλιστα, μια ρωσικής «παλαιάς», «καθαρολόγου», γκογκολικής, σχεδόν σλαυονικής. Έτσι ερμηνεύω το γεγονός ότι ανεβαίνει πάντα στην πρωτότυπη γλώσσα, τα ρηματοκεντρικά ρωσικά. Λόγω της αδυναμίας να μεταφερθεί σε άλλη γλώσσα, κυρίως στη γερμανοτροπική, ονοματοκεντρική λετονική.
Η «Σόνια» κατάγεται απ' ευθείας από τις ηρωίδες του Γκόγκολ, του Πούσκιν, του Λέρμοντωφ, του Ντοστογιέφσκι και του Γκόρκι. Δεν έχει ηλικία ούτε φύλο, είναι ένας ακόμη «πτωχός τω πνεύματι» και ένας «διψών την δικαιοσύνην», που θα λάβει τα υπεσχημένα τής «Επί του Όρους Ομιλίας». Ένας «Γιουροντίβυ» (δυσμετάφραστη λέξη), ένας παραδοσιακός Ρώσος «τρελός του Θεού» ή απλώς «ιερός» τρελός του χωριού, που έχει το δικαίωμα να λέει κατάμουτρα στους ισχυρούς την αλήθεια, χωρίς να μπορεί κανείς να τον πειράξει... Είναι, τέλος, το προσωπείο της συγγραφέως, που την χρησιμοποιεί για να πει την αλήθεια της, να επαναλάβει τα γνωστά λόγια του Παύλου για την αγάπη στην «Προς Κορινθίους», σε στυγνούς, αδυσώπητους καιρούς που δεν «σηκώνουν» τέτοια.
Τον πρωταγωνιστικό ρόλο υποδύεται άντρας ηθοποιός (και τι ηθοποιός!), ο Γκούνταρς Άμπολινς, όχι με σκοπό να εκπροσωπήσει το αντίθετο φύλο, αλλά να μπει στην ουσία της προσωπικότητας της Σόνιας. Υποτάσσει, γι' αυτό, τον εκρηκτικό αυθορμητισμό του σε μια αυστηρή γεωμετρική φόρμα με επιλεγμένα στοιχεία γκροτέσκο. Δεν προσπαθεί να μιμηθεί εξωτερικά, αλλά φτιάχνει μέσα του σύμβολα και τα μεταφράζει σε άκρως επικοινωνιακές εικόνες ενός ιδιότυπου, «κολλητικού» λυρισμού, πειθαρχώντας ταυτόχρονα στην «αποστασιοποιητική» γραμμή της σκηνοθεσίας του Ερμάνις που δεν θέλει με κανένα τρόπο να ταυτιστεί το κοινό με τη μοίρα της Σόνιας. Δεν επιδιώκει την εύκολη συγκίνηση, αλλά την κρίση του θεατή σε διαρκή εγρήγορση και κίνηση. Δίπλα του, ο ικανότατος ηθοποιός - ζογκλέρ Γιεβγένι Ισάγεβιτς ως αντιφωνητής. Αυτό, μάλιστα, είναι πολιτικό θέατρο.