Live τώρα    
28η Οκτωβρίου με έργα σοβιετικών συνθετών;
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

28η Οκτωβρίου με έργα σοβιετικών συνθετών;

Η απογοήτευση από την αποτυχία μας να παρακολουθήσουμε την παρθενική χειμερινή συναυλία του νέου καλλιτεχνικού διευθυντή της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών Βασίλη Χριστόπουλου επικεφαλής του Συγκροτήματος (07.10.2011), μετριάζεται από την προσδοκία πολλών ακόμη εμφανίσεών του στο πόντιουμ του εθνικού μας φορέα. Το πρώτο ερώτημα, ωστόσο, σε σχέση με την επετειακή βραδιά της 28ης Οκτωβρίου (ΜΜΑ 28.10.11) απευθύνεται σε εκείνον ως υπεύθυνο του προγραμματισμού και συνοψίζεται στις έξι λέξεις και το ερωτηματικό του σημερινού τίτλου. Χωρίς ουδείς εξ ημών να λησμονεί την καθοριστική σημασία της αντίστασης του μεγάλου και φίλου ρωσικού λαού για την έκβαση του -κατ’ εκείνους- Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, συντηρούμε την πεποίθηση ότι είναι η δική μας θανάσιμα πληγωμένη εθνική αξιοπρέπεια που παρουσιάζει την επείγουσα ανάγκη μαλακτικής τόνωσης από τον δημόσιο οργανισμό που είναι επιφορτισμένος με την επιμέλεια, παρουσίαση και προώθηση της ελληνικής μουσικής. Με δεδομένη αυτή την ένσταση αρχής, δεν μπορούμε, ωστόσο, παρά να εκφράσουμε ικανοποίηση για τη γενναιόδωρη διάρκεια του προγράμματος και το συνολικό επίπεδο που κατέγραψε η ΚΟΑ στη συναυλία αυτή.

Επί του προκειμένου όμως: η προγραμματική αντιπαράσταση του Αράμ Χατσατουριάν (1903 - 1978) με τον σύγχρονό του Ντμίτρι Σοστακόβιτς (1906 - 1975) αποδεικνύεται ανεπιεικής για τον πρώτο, αφού η θέση του στο στερέωμα της κοινής εποχής τους δεν παρουσιάζει αξιολογική αντιστοιχία με εκείνη του τελευταίου. Δυσχεραίνοντας ακόμη περισσότερο τα πράγματα για τον αρμενικής καταγωγής δημιουργό, η οιονεί αυτοσχεδιαστική μεθοδολογία σύνθεσης του (μοναδικού) κονσέρτου του για το πιάνο και ορχήστρα (1936) στερεί στο έργο την αδήριτη αίσθηση συνολικής αιτιότητας που διέπει τη μουσική αφήγηση του Σοστακόβιτς. Σε κάθε περίπτωση, ο Χατσατουριάν έχει διασφαλίσει με τις δικές του δυνάμεις μια ημικεντρική θέση στο ανατολικοευρωπαϊκό πάνθεον του 20ού αιώνα.

Αντιμετωπίζοντας τον επεισοδιακό χαρακτήρα της δομής, τόσο ο σολίστ Αναστάσιος (Τάσος) Πάππας όσο και η ΚΟΑ υπό τον Μίλτο Λογιάδη επέτρεψαν σε κάθε μελωδική φολκλορική αναφορά -αλλά και στην παρένθετη ατμοσφαιρικότητα- να ανθίσει. Ο πιανίστας, αν και όχι μάγος της ηχητικής χρωστικής και της φωτοσκίασης, προσήλθε προετοιμασμένος για τις δεξιοτεχνικές απαιτήσεις του -έν τινι μέτρω- κενολόγου κοντσέρτου, που υπηρέτησε με πίστη ουδαμού εμφανέστερη από τον μεγάλο αυτοσχεδιασμό της α’ κίνησης. Ο ίδιος βρήκε υποβλητικό συνομιλητή στην ορχήστρα για τη μυστηριακή λαγνεία του κεντρικού andante con anima, αντάξια παρεμπιπτόντως του συνθέτη επιτυχιών, όπως το αντάτζιο του «Σπάρτακου» και της Φρυγίας, το βαλς της «Μασκαράτας» και ο χορός των σπαθιών της «Γκαγιανέ». Και μετά το λαμπερό φινάλε, ωστόσο, διατηρήσαμε την πεποίθηση ότι η συνολική αρτιότητα της ανάγνωσης δεν αρκεί για την πειστική αναβίωση ενός έργου που βοά για χαρισματική ερμηνευτική υπέρβαση των συνθετικών του δεδομένων. Τον ενθουσιασμό του κοινού φιλοδώρησε, πάντως, ο πιανίστας με ένα encore του Τούρκου συνθέτη και ομοτέχνου του Fazil Say (γεν. 1970), σύνθεση κινηματογραφικής οπτικής για «πειραγμένο πιάνο» που προέκτεινε καταλλήλως την ανατολίτικη ατμόσφαιρα του κονσέρτου.

Τις επιφυλάξεις, ωστόσο, με τις οποίες προσήλθαμε στη συναυλία, διέλυσε καθοριστικά η απόδοση της 7ης συμφωνίας του Σοστακόβιτς, της επονομαζόμενης «Του Λένινγκραντ» (Δεκ. 1941), από μια κυριολεκτικά αγνώριστη ΚΟΑ, που ο ήχος της παρουσιάζει ορατή βελτίωση. Ο Μίλτος Λογιάδης οδήγησε μια ανάγνωση προσανατολισμένη στο προγραμματικό περίγραμμα του συνθέτη, με αξιοσημείωτη ατομική επιστράτευση και συλλογική σύμπραξη των οργανικών ομάδων (πρβλ. αντί πολλών άλλων το εξαιρετικό σόλο του φαγκότου στο τέλος της α’ κίνησης): ιδιαιτέρως εύγλωττη στο εναρκτήριο -και μόνο κατά σαρκαστικό ευφημισμό- allegretto αναδείχθηκε η νοσταλγική υπόμνηση των ειρηνικών καιρών, η βαθμιαία στρατιωτικοποίηση του επαναλαμβανόμενου πολεμικού θέματος με τη δαιμονική κλιμάκωση της επέλασης και της βαρβαρότητας, που πιστοποιεί την πρόοδο της Ορχήστρας σε σχέση με τη διαχείριση της δυναμικής. Με τέμπι ευρέα αλλά λογικά και ελεγχόμενα, ο Λογιάδης έλεγξε εντυπωσιακά τις δομικές ισορροπίες της συμφωνικής πλοκής και των επεισοδιακών μεταπτώσεων ανακαλύπτοντας σπάνια λεπτότητα στον χειρισμό του β’ μέρους, συντηρώντας βιωματικό απόθεμα για το ψυχηρό αντάτζιο και κατευθύνοντας αποτελεσματικά στην αμφίσημη κάθαρση της θριαμβικής προσδοκίας που τόσο αποτελεσματικά είχε ήδη χειρισθεί ο Σοστακόβιτς στην 5η του. Μια βραδιά ουσίας και ελπίδας...

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0