Ώστε, λοιπόν, αύριο ψηφίζουμε. Το φέραμε το πράγμα ως εδώ και αύριο ψηφίζουμε. Ο καθένας με το δικό του συλλογίζεσθαι. Ο καθένας με τον δικό του κόσμο, σ' αυτή τη στιγμή της απέραντα μοναχικής συλλογικότητας. Γιατί ψηφίζω σημαίνει και αποφασίζω. Όχι μόνο σε ποιον να αναθέσω την ευθύνη της αντιπροσώπευσής μου στην προσπάθεια για το κοινό καλό, το οποίο εμπρόθετα περιέχει και το δικό μου καλώς υπάρχειν μέσα στο σύνολο και στο σύνδραμα των υπαρχόντων, ψηφίζω σημαίνει ταυτόχρονα ότι αποφασίζω και τον τρόπο συμμετοχής μου (ή παραίτησης) στο δικαίωμα της διαμόρφωσης δημοκρατίας σε όλα τα επίπεδα. Κι αν κάτι κατάφερε μέχρι σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι ακριβώς αυτό: ότι πίσω από το παραβάν ο κάθε πολίτης χρειάζεται να αντιμετωπίσει τις ευθύνες του.
Σ' αυτή τη διάπλατα συλλογική μοναξιά του, ο πολίτης χρειάζεται να αντιμετωπίσει τον εαυτό του. Να σταθεί και να αναμετρηθεί με τον έσω και τον έξω εαυτό του. Με αιδώ και ειλικρίνεια. Μέγα επίτευγμα της Αριστεράς είναι αυτό: το να φτάνεις στην κάλπη και να είσαι ο φορέας της ίδιας της ανατροπής των δεδομένων. Να είσαι ο ίδιος που νικά τον εαυτό του και τους φόβους του. Δεν είναι εύκολο. Δεν ήταν εύκολο χρόνια και χρόνια. Ούτε τώρα είναι εύκολο. Αλλά είναι κατορθωτό σαν ουτοπία. Ναι. Αυτός είναι ο χώρος πίσω από το αυριανό παραβάν της μοναχικής απεραντοσύνης: η αυριανή απέραντα συλλογική μοναξιά μας θα είναι η χθεσινή (σημερινή) ουτοπία.
Το πριν ακατόρθωτο. Αυτό το πριν που καταταλαιπώρησε, καθήμαξε, αναμυθεύτηκε, συμπαραδηλώθηκε ως ακατόρθωτος αιών μέσα σε τόσους και τόσους έρωτες κάθε υφής και κάθε παραμυθίας. Και το φέραμε μέχρι εδώ. Στο πριν ενός «αυριανού» αύριο, όπου η στιγμή θα μεγαλυνθεί και θα γίνει σημαίνων καιρός. Όχι χρόνος, καιρός. Μέχρι που θα γίνει ο καιρός χρόνος..., έχουμε καιρό. Δύσκολο, τρικυμιώδη αλλά και ενθουσιασμένης παρασυρμής καιρό. Γιατί το αυριανό παραβάν είναι μεγάλη πηγή. Εκεί όπου η δημοκρατία αναμένει την ύλη της. Εκεί όπου η δημοκρατία αναμένει την καταστατική της ευρυχωρία. Την αποδελτίωση των διαφυγόντων κερδών της και των αναπεπταμένων ελπίδων της. Τη συνδήλωση της θεωρίας με την πράξη. Και άλλα πολλά που δεν είναι της ώρας. Η ώρα είναι αύριο, ως υπερέκταση του σήμερα. Τότε που το σήμερα θ' αρχίσει να φυλλομετράται ως καταμέτρηση ισοσκελισμένης ψευδωνυμίας της ισότητας. Δηλαδή, ως αποτύπωμα ποσότητας που θα επιχωριστεί σε ψευδείς ποιότητες.
Ώστε δεν είναι και τόσο εύκολος ο πηγαίος τόπος της απεραντοσύνης πίσω από το παραβάν. Ο «καθείς και τα όπλα του» πίσω από το παραβάν. Το στιγμιαίο άβατο όπου χορεύει και ουρλιάζει η πραγματικότητα, ο καιρός, η Ιστορία, το μέλλον ως αγωνία, ως ελπίδα, ως διεκδίκηση, ως λύπη, ως μνημική υπόσταση. Και στάχτη. Πολλή στάχτη από καμένες ζωές, από καμένες νίκες, από καμένες θάλασσες τόσης και τόσης σπατάλης. Κι όλα αυτά να πρέπει να χωρέσουν μέσα σ' ένα ανώνυμο δελτάριο της ανώνυμης και απέραντης μοναξιάς σου μέσα στο παραβάν, ενώ σε περιμένει η χαράδρα της κάλπης. Τι να πρωτοχωρέσει μέσα την ανώνυμη ισότητα. Ο καθείς βάζει ό,τι προλάβει. Φοβερή στιγμή. Μοιάζει με το σχεδόν τίποτα. Αυτό το φοβερό ασταθές ικρίωμα της δημοκρατίας. Αυτό το γεγονός που ο καθένας -ψηφίσει δεν ψηφίσει- το έχει πάνω από το κεφάλι του.
Κι όμως. Αύριο θα είναι αλλιώς. Γιατί αλλιώς το προσπαθήσαμε το πράγμα χρόνια και χρόνια. Γιατί η δικιά μας η πειθώ ανέμενε με τρυφερή οργή και με χορευτική γεωμέτρηση το καθ' όλου των ανθρώπων. Αύριο θα νικήσουμε. Αύριο θα υποδεχτούμε όλα τα πανικόβλητα «εγώ» και όλα τα πανικόβλητα «εμείς». Αύριο θα πρέπει να περιθάλψουμε τους πρόσφυγες των φόβων τους. Αύριο θα πρέπει να προλάβουμε. Όχι μεθαύριο, αύριο. Αύριο που θα κοχλάζει ο κόσμος πίσω από το παραβάν. Ο κόσμος που αναπηδά μέσα από την ψήφο του, εκεί, στο σκοτεινό χάος πίσω από το παραβάν. Αύριο εκεί: στον ετερότοπο της απέραντης ετεροκαθοριζόμενης, απόλυτης, συλλογικής μοναξιάς του «εγώ». Ενός «εγώ» σειραϊκού που ο Σαίνμπεργκ το έκανε μουσική, ο Χίτλερ ναζισμό και η τραγική Σοβιετία ναυαγισμένη αντίληψη ισότητας. Για να παίρνει ο κάθε Σαμαράς, ο κάθε Βορίδης, ο κάθε χασάπης της αντίληψης την ελπίδα και να την τεμαχίζει ως βρώσιμο πτώμα των συμπερασμάτων.
Άρα είναι πολλά αυτά που πρέπει να κουβαλήσουμε πίσω από το παραβάν, έτσι ώστε, όταν θα βγούμε, να έχουμε αφήσει πίσω μας τα σκαιά ψηφοδέλτια των ψοφοδεών υποταγμένων. Προσωπικά, θα κουβαλήσω τη φωτογραφία της μάνας μου από το εκλογικό της βιβλιάριο. Φωτογραφία του 1952. Η μάνα μου έχει μόλις βγει από τη φυλακή. Είναι 28 χρόνων. Θα κουβαλήσω επίσης τη φωτογραφία του πατέρα μου καθώς καίγεται. Από ανεπίδοτη νεότητα. Α, ναι. Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας δεν γράφει τίποτα. Το πίσω μέρος είναι λευκό. Παλιό λευκό. Εκείνο το παλιό λευκό της κεντημένης αγάπης που γράφει «αύριο». Ή «καλημέρα». Ή...
Αύριο, λοιπόν. Αύριο.
Κώστας Καναβούρης