Της Ελένης Τσερεζόλε
Annus horribilis θα μπορούσε κάλλιστα να χαρακτηριστεί το 2014 για τον Γάλλο πρόεδρο Φρανσουά Ολάντ. Όπως άλλωστε και το 2013, το οποίο ο ίδιος είχε χαρακτηρίσει στις 31 Δεκεμβρίου ως «έντονη και δύσκολη χρονιά». Δώδεκα μήνες αργότερα είναι βέβαιο ότι η διαπίστωση δεν θα είναι πολύ διαφορετική. Ή, ίσως να είναι: επί τα χείρω...
Το 2014 ήταν η χρονιά των «προσωπικών αποκαλύψεων» για τον Γάλλο πρόεδρο, αλλά -το κυριότερο- η χρονιά που έγινε υπουργός Οικονομικών ο Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος, υπό τις ευλογίες του πρωθυπουργού Βαλ και βεβαίως του προέδρου Ολάντ, έσπευσε να σφραγίσει την υπερ-νεοφιλελεύθερη στροφή της σοσιαλιστικής κυβέρνησης. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι οι αγορές και οι μεγαλομέτοχοι του έχουν απόλυτη εμπιστοσύνη. Αποτελεί άλλωστε «σάρκα εκ της σαρκός». Πλέον, η οικονομική πολιτική της χώρας πλήττει όλο και περισσότερους πολίτες, πλήττει την απασχόληση, πλήττει το περιβάλλον. Με τον τρόπο αυτό οι εγκωμιαστικοί λόγοι της κυβέρνησης περί του Ζαν Ζορές, του Λαϊκού Μετώπου και του Εθνικού Συμβουλίου της Αντίστασης κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο μένουν λόγια κενά περιεχομένου, χρήσιμα φύλλα συκής και στάχτη στα μάτια εκείνων που πείθονται εύκολα. Γιατί η κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα στη Γαλλία είναι σήμερα γκρίζα, καθώς η κυβέρνηση επιχειρεί συστηματικά την αποσύνθεση των κοινωνικών νόμων και των κεκτημένων που είχαν κατακτηθεί με πολλούς αγώνες του εργατικού κινήματος. Τα θετικά βήματα, όπως το «σύμφωνο ευθύνης» που προτείνει η κυβέρνηση στις επιχειρήσεις και υιοθετήθηκε από το Κοινοβούλιο, θα αρχίσουν μεν να έχει θετικά αποτελέσματα εντός του 2015, ωστόσο η γενική εικόνα της κυβέρνησης αμαυρώθηκε από την ήττα της στο μέτωπο της απασχόλησης. Έπειτα από έντεκα μήνες η «μάχη για την απασχόληση» κατέληξε με μια αύξηση των ατόμων που αναζητούν εργασία κατά 181 χιλιάδες... Συνολικά, πλέον ο αριθμός των ανέργων της χώρας ανέρχεται σε 3.5 εκατομμύρια...
Πάντως, το εσωκομματικό τοπίο του Σοσιαλιστικού Κόμματος κάθε άλλο παρά αίθριο είναι. Το 2015 αναμένεται να υπάρξουν έντονες εσωκομματικές αναταράξεις εν όψει μάλιστα του συνεδρίου του κόμματος τον ερχόμενο Ιούνιο. Μια πρόγευση για το τι πρόκειται να επακολουθήσει έδωσαν οι δύο τέως υπουργοί Αρνό Μοντμπούργκ και Ορελί Φιλιπετί, που εγκατέλειψαν το κυβερνητικό σχήμα τον περασμένο Αύγουστο. Τι έκαναν; Χαιρέτισαν δημοσίως την απόφαση του... Ιταλού πρωθυπουργού Ματέο Ρέντζι, να εθνικοποιήσει προσωρινά τη χαλυβουργία Ilva και τους 5.000 εργαζόμενους της, που αντιμετωπίζουν σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. Οι δύο τέως υπουργοί του Ολάντ έπλεξαν λοιπόν το εγκώμιο του Ιταλού πρωθυπουργού, κάνοντας λόγο για «πανεπιστημιακό μάθημα θάρρους που έδωσε ο Ρέντζι στον Φρανσουά Ολάντ». Λεπτομέρεια: ο Μοντμπούργκ χρησιμοποίησε ως λέξη - κλειδί το #Florange, θέλοντας να θυμίσει την άρνηση της κυβέρνησης στην οποία τότε μετείχε να πράξει το ίδιο για τη χαλυβουργία ArcelorMittal το 2012. Από την πλευρά της, η τέως υπουργός Πολιτισμού έγραψε ότι «μια δημόσια διοίκηση πρέπει να ξέρει να λαμβάνει γενναίες αποφάσεις».
Ο όμιλος Ilva, που κατηγορείται ότι είναι μεταξύ εκείνων που ρυπαίνουν περισσότερο στην Ευρώπη, αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα λόγω απωλειών που ανέρχονται σε περίπου 80 εκατομμύρια ευρώ τον μήνα. Η προσωρινή εθνικοποιήση ήταν «μία από τις τρεις επιλογές», όπως τόνισε ο Ρέντζι (οι άλλες ήταν η παρέμβαση ξένων ή ιταλικών ομίλων).
Πάντως ο Μοντμπούργκ ανακοίνωσε την απόσυρσή του από τον «επαγγελματικό δημόσιο πολιτικό βίο», τονίζοντας ότι, έπειτα από 17 χρόνια παρουσίας σε εθνικό και τοπικό επίπεδο, «ήρθε η στιγμή να αποχωρήσω», υπογραμμίζοντας παράλληλα την άρνησή του να ζήσει από την πολιτική (άλλη μία πίκα στους συντρόφους του).