Ανταπόκριση από το Ελσίνκι, Χρήστος Ηρακλείδης
Την Τετάρτη, ο νεοεκλεγείς πρωθυπουργός της κυβέρνησης συνασπισμού της Σουηδίας, Στέφαν Λόβεν, αναγκάστηκε να προκηρύξει πρόωρες εκλογές για τον Μάρτιο (παρόμοιο γεγονός είχε να συμβεί από το 1958) όταν στη διάρκεια της ψήφισης του προϋπολογισμού στο Κοινοβούλιο, το ακροδεξιό κόμμα έθεσε ουσιαστικά "βέτο" στην κυβέρνηση.
Η κίνηση αυτή προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις εντός της χώρας αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, καθώς το ακροδεξιό κόμμα, συμπορευόμενο με την Κεντροδεξιά αντιπολίτευση, έβαλε σε νέες περιπέτειες τη Σουηδία, θυμίζοντας την Ιταλία του '70 με τις τότε βραχύβιες κυβερνήσεις της. Μερικούς μήνες πριν, στις 14 Σεπτεμβρίου, έγιναν εκλογές με την κάλπη να βγάζει πρώτο κόμμα τους Σοσιαλδημοκράτες υπό την αρχηγεία του Στέφαν Λόβεν. Όμως το ποσοστό του 30,7% δεν ήταν αρκετό για να σχηματίσει αυτοδύναμη κυβέρνηση, με αποτέλεσμα, στις αρχές Οκτωβρίου, ο Λόβεν να συνασπιστεί με τους Πράσινους. Το κυβερνητικό σχήμα διέθετε μόλις 138 έδρες στο Κοινοβούλιο -σε σύνολο 349- κι έτσι την αμέσως επομένη των εκλογών είχε διαμορφωθεί σκηνικό εύθραυστων ισορροπιών.
Ο Λόβεν απέρριψε κάθε προσπάθεια συμβιβασμού με τα κόμματα της αντιπολίτευσης, τονίζοντας πως "δεν υπάρχει καμία περίπτωση να προχωρήσουμε σε συνομιλίες όταν οι αντίπαλοί μας δεν πρόκειται να μας ακούσουν". Σύμφωνα με τη γερμανική Frankfurter Allgemeine Zeitung, τα προβλήματα άρχισαν ήδη από την επομένη των εκλογών με τα χαμηλά ποσοστά που έλαβαν οι Σοσιαλδημοκράτες και οι Πράσινοι, ενώ χαρακτηρίζει το κόμμα των ακροδεξιών Σουηδών Δημοκρατών ως τον πολιτικό σχηματισμό με τον οποίο κανένας δεν θέλει να συνεργαστεί.
Στις εκλογές του Σεπτεμβρίου, επτά κόμματα μπήκαν στη Βουλή, με το κόμμα της Κεντροδεξιάς του πρώην πρωθυπουργού Φρίντρικ Ράινφελτ να έρχεται δεύτερο με 30,1%, ενώ η Ακροδεξιά με τους Σουηδούς Δημοκράτες απέσπασε ποσοστό 12,9%. Ο Ράινφελντ έγινε πρωθυπουργός για πρώτη φορά το 2006, ενώ επανεξελέγη στις εκλογές του 2010 και, σύμφωνα με εξαγγελία του, πρόκειται να αποχωρήσει από την πολιτική.
Το γεγονός αυτό προκαλεί προβληματισμό στο κεντροδεξιό στρατόπεδο, καθώς ο Ράινφελντ θεωρείται ένας από τους χαρισματικούς ηγέτες του χώρου. Σαν μη φτάνει λοιπόν η αγωνιά της Κεντροδεξιάς για την επόμενη μέρα και το ζήτημα ηγεσίας της, έρχεται το ακροδεξιό κόμμα να αναδειχθεί σημαντικός παράγοντας στην πολιτική ζωή της χώρας. Αναλυτές επεσήμαναν πως οι Σουηδοί Δημοκράτες θα μπορούσαν να απέχουν από την ψηφοφορία για τον προϋπολογισμό, παρ' όλα αυτά τάχθηκαν με το κεντροδεξιό κόμμα.
ΠοιοΙ είναι οι Σουηδοί Δημοκράτες;
Το κόμμα των Σουηδών Δημοκρατών ιδρύθηκε το 1988, ενώ για πρώτη φορά εξέλεξε βουλευτές το 2010, δύο χρόνια δηλαδή μετά το ξέσπασμα της οικονομικής κρίσης του 2008. Έτσι, άλλη μια χώρα της Βόρειας Ευρώπης ακολούθησε τον "κανόνα" της ανόδου των ακροδεξιών κομμάτων στη σκιά της κρίσης.
Με κύρια κατεύθυνση την αντιμεταναστευτική πολιτική, γρήγορα εδραιώθηκε στην πολιτική σκηνή της Σουηδίας. Στο σημείο αυτό αξίζει να υπενθυμίσουμε πως η Σουηδία είναι μια χώρα με πληθυσμό λίγο μικρότερο από αυτόν της Ελλάδας, αλλά με έκταση περίπου τρεισήμισι φορές μεγαλύτερη και αποτέλεσε τις τελευταίες δεκαετίες πόλο έλξης για πολλούς μετανάστατες.
Το κόμμα χαρακτηρίζεται επίσης ως ευρωσκεπτικιστικό, αφού στη διακήρυξή του εναντιώνεται στην παραχώρηση εξουσιών στις Βρυξέλλες και υποστηρίζει τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για τη θέση της Σουηδίας ως μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ τάσσεται υπέρ της "επαναχάραξης" των συνόρων μέσω μιας νέας συμφωνίας τύπου Σένγκεν. Εκτός από αυτό, οι Σουηδοί Δημοκράτες εστιάζουν στον περιορισμό της παρουσίας των μεταναστών στη χώρα και μη παραχώρηση ασύλου σε μη Ευρωπαίους πολίτες.
Η επόμενη μέρα
Το ακροδεξιό κόμμα, που από το 2010 ενισχύεται σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, ενδεχομένως να δει τα ποσοστά του αυξάνονται ιδιαίτερα μετά την συμπόρευσή του με την Κεντροδεξιά και την αποχώρηση του ηγέτη της Φρίντρικ Ράινφελτ. Ωστόσο, μέχρι ποιου σημείου και με ποιο ποσοστό θα μπορέσει να εξαντλήσει αυτή τη δυναμική, παραμένει άγνωστο για την ώρα. Ο καθηγητής Πολιτικών Επιστημών Ουλφ Μπγιέρελντ του Πανεπιστημίου του Γκέτεμποργκ και μέλος των Σοσιαλδημοκρατών, δήλωσε στην εφημερίδα Ελσίνκι Σάνοματ πως "είναι πολύ δύσκολο να προβλέψουμε πώς θα κινηθούν οι Σουηδοί ψηφοφόροι στις επόμενες εκλογές, καθώς δεν έχουμε εμπειρία από ανάλογη κατάσταση στη χώρα μας".
Εάν λάβουμε υπ' όψιν όμως τη συνεχή άνοδο ακροδεξιών κομμάτων στην Βόρεια Ευρώπη, όπου για παράδειγμα στην γειτονική Φινλανδία το κόμμα των Αληθινών Φινλανδών λαμβάνει υψηλά ποσοστά, σε συνδυασμό με τον αυξανόμενο ευρωσκεπτικισμό σε αρκετές χώρες - μέλη, θα πρέπει να γίνεται λόγος για ιδιαίτερα ανησυχητικό φαινόμενο, όταν μάλιστα παρατηρείται και "συμπόρευση" της Κεντροδεξιάς με την Ακροδεξιά.