Της Ελένης Τσερεζόλε
Ήταν λίγα λεπτά μετά τα μεσάνυχτα. 3 Δεκεμβρίου του 1984. Η χειρότερη βιομηχανική τραγωδία στη σύγχρονη ιστορία ελάμβανε χώρα στο Μποπάλ, την πρωτεύουσα του κρατιδίου Μαντία Πράντες, στην Ινδία. Αιτία, η διαρροή φονικών αερίων από το εργοστάσιο της αμερικανικής Union Carbide. Επισήμως οι νεκροί ανήλθαν σε 5.295. Σύμφωνα με τις οργανώσεις προστασίας των θυμάτων, σε περίπου 25 χιλιάδες. Τα εν ζωή θύματα αμέτρητα, κυκλοφορούν ακόμη και σήμερα στην πόλη που σημαδεύτηκε ανεξίτηλα από ένα έγκλημα. Ένα βιομηχανικό έγκλημα. Ανίκανοι να εργαστούν λόγω σοβαρών αναπνευστικών προβλημάτων, ψυχολογικών προβλημάτων ή καρκίνου, χιλιάδες άνθρωποι φυτοζωούν στο Μποπάλ, σήμερα, τριάντα χρόνια μετά...
Και δεν είναι μόνο οι ενήλικες. Αλλά και τα παιδιά, που γεννιούνται με γενετικές ανωμαλίες και περνούν τη σύντομη ζωή τους χωρίς ιατρική φροντίδα, χωρίς να πάνε ποτέ στο σχολείο, εξ αρχής στο περιθώριο. Απέναντι σε αυτή την κατάσταση η απραξία των ινδικών αρχών, η αδυναμία της ντόπιας Δικαιοσύνης και βέβαια η απάθεια της Dow Chemical , της αμερικανικής εταιρείας που αποφάσισε την εξαγορά της Union Carbide το 1999, είναι προκλητικές.
Σήμερα, το εργοστάσιο της αμερικανικής εταιρείας φαντάζει ως βραδυφλεγής βόμβα, καθώς διαιωνίζονται τα ίδια αιχμηρά ερωτήματα. Όπως, για παράδειγμα, γιατί ακόμη ο μολυσμένος χώρος δεν έχει καθαριστεί; Τελικά πόσα θύματα, πόσες διαδηλώσεις, πόσα μποϊκοτάζ, πόσα αφιερώματα του Τύπου, πόσες δίκες χρειάζονται προκειμένου να δικαιωθούν τα θύματα του Μποπάλ; Γιατί, ας μην ξεχνάμε, ο τότε γίγαντας της χημικής βιομηχανίας, που είχε και την κύρια ευθύνη για το έγκλημα, η Union Carbide, δεν καταδικάστηκε ποτέ. Τα θύματα αγωνίζονται ακόμη στα δικαστήρια για τη δικαίωσή τους... «Η Union Carbide έκλεψε τις ζωές μας, ξεπάστρεψε τις οικογένειές μας, κατέστρεψε το μέλλον μας. Μας σημάδεψε για πάντα». Τα λόγια ανήκουν στην Πραντίμπ, που δεν είχε καν γεννηθεί το 1984, αλλά ζει την τραγωδία μέσα από συγγενείς και γείτονες, που έχουν σημαδευτεί από αυτήν ανεξίτηλα. Η μητέρα της πέθανε όταν ήταν παιδί, εξαιτίας των φονικών διαρροών. «Ο καθημερινός τους πόνος αποτελεί μόνιμη υπενθύμιση του ότι η τραγωδία έπληξε τους πιο φτωχούς του Μποπάλ», εξηγεί η νεαρή κοπέλα.
Το 1989 η Union Carbide αποδέχθηκε να καταβάλει 470 εκατομμύρια δολάρια, δηλαδή 550 ανά θύμα, μετά από διαπραγματεύσεις πέντε ετών με την ινδική κυβέρνηση. Ψίχουλα.
Και φυσικά τίποτε για τους επιζήσαντες, που δεν έλαβαν καμία αποζημίωση, είτε γιατί πέθαναν πολύ αργότερα είτε γιατί έμειναν ανάπηροι, λόγω επιδείνωσης της υγείας τους. Το 2010, και μόνο υπό την πίεση των θυμάτων, η ινδική κυβέρνηση προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο, ζητώντας 1.25 δισ. δολάρια επιπλέον αποζημίωση από την Dow Chemical πλέον.
Πέραν της αποζημίωσης αυτής, εκκρεμεί και η ρύπανση που συνεχίζει να υφίσταται στο έδαφος της περιοχής. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ανακαλύφθηκε το δηλητήριο που έχει μολύνει το έδαφος της περιοχής σε ακτίνα 3,5 χιλιομέτρων γύρω από το εργοστάσιο - μόλυνση που προέρχεται από τα απόβλητα της Union Carbide, που πετάχτηκαν γύρω από τον χώρο, χωρίς καν να θαφτούν. Και πλέον η Union Carbide απορρίπτει κάθε ευθύνη: «Μάθαμε πολλά από το τραγικό αυτό γεγονός και κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν για να μην επαναληφθούν τέτοια περιστατικά», απαντά στα θύματα.
Μια δικαιολογία που ελάχιστα ανακουφίζει τα θύματα, πολλώ δε μάλλον όταν γνωρίζουν ότι ο τότε διευθυντής της Union Carbide, Γουώρεν Άντερσον, πέθανε φέτος τον Σεπτέμβριο στη Φλόριντα, στα 92 του χρόνια, καθώς η αμερικανική Δικαιοσύνη ουδέποτε αποδέχθηκε το αίτημα της ινδικής για έκδοσή του...