«Ο χρόνος τελειώνει τόσο για την Ελλάδα όσο και για ολόκληρο τον πλανήτη. Η κυβερνητική πολιτική στο θέμα των μονάδων παραγωγής ενέργειας, θα εγκλωβίσει τις επόμενες γενιές. Δεν θα υπάρχει επιστροφή». Με αυτά τα λόγια έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου η Greenpeace καταγγέλλοντας την κυβέρνηση ότι σχεδιάζει να παρατείνει την εξάρτηση της χώρας από τα ορυκτά καύσιμα.
Στο πλαίσιο συνέντευξης Τύπου στο ιστορικό πλοίο της οργάνωσης "Rainbow Warrior", οι εκπρόσωποι του ΣΥΡΙΖΑ, της ΔΗΜ.ΑΡ. και του Ποταμιού συνέκλιναν στη θέση ότι η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας περνά μέσα από τη μείωση του ενεργειακού κόστους και την αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας με την προώθηση μαζικών επενδύσεων στην εξοικονόμηση ενέργειας και στις ΑΠΕ.
Οι εκπρόσωποι της οργάνωσης Δ. Ιμπραήμ και Τ. Γρηγορίου παρουσίασαν τα συμπεράσματα από την δεκαήμερη περιοδεία στα νησιά του Αιγαίου, καταγγέλλοντας ότι "δεν υπάρχουν πια δικαιολογίες για αυτήν την κυβέρνηση, που κρατάει όμηρο μια ολόκληρη χώρα αρνούμενη να κάνει το αυτονόητο: να δημιουργήσει εγχώρια ανάπτυξη και θέσεις εργασίας, οι οποίες θα χρηματοδοτηθούν από τα δισεκατομμύρια που σήμερα πετάμε στα ορυκτά καύσιμα".
Οι εκπρόσωποι της Greenpeace κατήγγειλαν «αδιαφορία της κυβέρνησης για εξοικονόμηση ενέργειας», τονίζοντας ότι οι σημερινές πολιτικές δεν μειώνουν την εξάρτηση της ελληνικής οικονομίας από τα ορυκτά καύσιμα. Τονίστηκε ότι «παρά τις εξαγγελίες της κυβέρνησης για διασύνδεση των νησιών, έχει προωθηθεί μόνο σε ένα μικρό μέρος των Κυκλάδων (ώς το 2017) και στην Κρήτη (ώς το 2014), ενώ δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη για τα υπόλοιπα νησιά».
Η οργάνωση καταγγέλλει ότι «η ΔΕΗ σχεδιάζει νέες πετρελαϊκές μονάδες σε νησιά» αλλά και «επιδοτήσεις ύψους 800 εκατ. ευρώ για καύση πετρελαίου για ηλεκτροπαραγωγή στα νησιά». Υπογραμμίστηκε ότι στη Ρόδο σχεδιάζεται να δημιουργηθεί μονάδα ηλεκτροπαραγωγής με καύσιμο μαζούτ, στο Πρασονήσι, με τα μέλη της Greenpeace να τονίζουν τόσο την οικολογική καταστροφή που θα προκληθεί όσο και ότι το «κόστος για τους καταναλωτές θα ανέλθει στο 1,5 δισ. σε επιδοτήσεις εισαγόμενου πετρελαίου τα επόμενα 10 χρόνια».
Ο Τ. Γρηγορίου αναφέρθηκε στην Κύθνο, στην οποία «εγκαταλείφθηκαν οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, χάρη στις οποίες η εξοικονόμηση στο πετρέλαιο έφτανε το 40%, και πλέον λειτουργούν δύο ντιζελογεννήτριες». Μάλιστα, καταγγέλθηκε ότι η ΔΕΗ και τα Ελληνικά Πετρέλαια, που αντιπροσωπεύουν την Ελλάδα σε ευρωπαϊκό επίπεδο, στις συζητήσεις για την νομοθεσία της καύσης λιγνίτη και πετρελαίου «αιτούνται διαρκώς εξαιρέσεις για να συνεχίσουν να λειτουργούν λιγνιτικές και πετρελαϊκές μονάδες».
Τα μέλη της οργάνωσης έκαναν λόγο για «εμμονή με επιδοτήσεις τύπου "Εξοικονομώ", που όπως λειτουργούν σήμερα δεν έχουν αποτέλεσμα», τονίζοντας ότι «2,7 εκατ. σπίτια δεν έχουν μόνωση», ενώ επεσήμαναν ότι «το υπουργείο Ανάπτυξης εμποδίζει την αυτοπαραγωγή, με τις αδικαιολόγητες χρεώσεις και περιορισμούς στην τοποθέτηση φωτοβολταϊκών».
«Οι οικονομικά αδύναμοι πλήττονται από το υψηλό ενεργειακό κόστος. 6 στα 10 νοικοκυριά δεν θα έχουν θέρμανση αυτόν τον χειμώνα», δήλωσε ο Τ. Γρηγορίου, παρουσιάζοντας τις προτάσεις της Greenpeace για μια άλλη ενεργειακή πολιτική.
Η οργάνωση προτείνει τη δημιουργία προγράμματος αναβάθμισης ενός εκατομμυρίου κτηρίων σε βάθος δεκαετίας, την προώθηση της αυτοπαραγωγής, τη διασύνδεση όλων των νησιών του Αιγίου και την απεξάρτηση της ηλεκτροπαραγωγής από το πετρέλαιο καθώς και ακύρωση της κατασκευής της μονάδας στο Πρασονήσι της Ρόδου.
Το άλλο μοντέλο παρουσίασε η Ηρώ Διώτη
«Η ενέργεια αποτελεί έναν από τους τομείς στους οποίους η χώρα θα πρέπει να επενδύσει, συμμετέχοντας στη μάχη ενάντια στην κλιματική αλλαγή και την ανάπτυξη των νέων και διαφοροποιημένων ενεργειακών τεχνολογιών», υπογράμμισε στην εισήγησή της η βουλευτής Λάρισας του ΣΥΡΙΖΑ Ηρώ Διώτη, τονίζοντας ότι "σε αυτή την κατεύθυνση η ανάκτηση μιας πλήρους Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού -και όχι μόνο-, που θα λειτουργεί με δημοκρατικό κοινωνικό έλεγχο, με άξονα το δημόσιο - κοινωνικό συμφέρον, καθώς επίσης και η ενίσχυση των δημόσιων ερευνητικών φορέων (ΚΑΠΕ, ΙΓΜΕ), των δημόσιων πανεπιστημίων και ερευνητικών ιδρυμάτων αποτελεί για εμάς αναγκαία συνθήκη".
Η Ηρώ Διώτη εστίασε "στον αναγκαίο μετασχηματισμό του ενεργειακού μοντέλου ως εξόχως πολιτικό ζήτημα και όχι ως μια διαδικασία απλής τεχνολογικής μετάβασης, συνδεδεμένο με τον συνολικό κοινωνικό - οικολογικό μετασχηματισμό της παραγωγής με επίκεντρο τις κοινωνικές - περιβαλλοντικές ανάγκες σε τοπικό, περιφερειακό και εθνικό επίπεδο".
Τόνισε μάλιστα πως "η σταδιακή απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, η αύξηση της ενεργειακής απόδοσης και η σχεδιασμένη αύξηση της διείσδυσης των ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα, σε συνδυασμό με την αντιστροφή της σημερινής κατάστασης, όπου η υπερεπάρκεια εγκατεστημένης ισχύος συνοδεύεται με την οξεία και διαρκώς διευρυνόμενη ενεργειακή φτώχεια, απαιτεί την αντιστροφή του νεοφιλελεύθερου παραδείγματος ιδιωτικοποίησης του κλάδου και 'απελευθέρωσης' -απορρύθμισης- της αγοράς ενέργειας με τη μετάβαση σε καθεστώς 'δημόσιου - κοινωνικού' αγαθού.
Στο δικό μας μοντέλο, που διέπεται από τους άξονες της κοινωνικής - περιβαλλοντικής ρύθμισης, της ενεργειακής δημοκρατίας, της κλιματικής δικαιοσύνης και της διαγενεακής ισότητας, η εξοικονόμηση ενέργειας αποτελεί πρώτη προτεραιότητα. Δεν αντιμετωπίζουμε την ενέργεια ως εμπόρευμα, του οποίου η παραγωγή πρέπει να μεγιστοποιηθεί προκειμένου να παραχθούν κέρδη στην εσωτερική ή διεθνή αγορά".
Για «έλλειψη πολιτικής βούλησης της κυβέρνησης να μειώσει την ενεργειακή ένδεια» έκανε λόγο ο Σ. Δαννέλλης (Ποτάμι), ενώ ο βουλευτής Αχαΐας της ΔΗΜ.ΑΡ. Ν. Τσούκαλης κατήγγειλε ότι το ΥΠΕΚΑ δεν εντάσσει την ενεργειακή αναβάθμιση στις προτεραιότητές του.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΛΟΛΗΣ