Όπως κάθε δημοσίευμα, έτσι και η κριτική καθελκύεται στα απροσδιόριστα ύδατα του αναγνωστικού κοινού τη μέρα της δημοσίευσής της. Ο αποδέκτης της δυσφορεί ενδεχομένως για την καθυστέρηση σχολιασμού γεγονότων, αλλά ελάχιστα απασχολείται με τις συνθήκες του δικού μας εβδομαδιαίου «τοκετού». Μαζί του, λοιπόν, μοιραζόμαστε μιαν αίσθηση δυσχέρειας για συγκέντρωση μπροστά από τον υπολογιστή αυτό το κυριακάτικο εκλογικό πρωινό, με νωπή την πρωινή μας ανταπόκριση στο πολιτικό καθήκον. Ίσως γιατί βιώνουμε την περίσταση εορταστικά, με την ηρεμία των δρόμων και των περαστικών, τη σεμνή ακόμη θωπεία του ανοιξιάτικου ήλιου και τις μυρωδιές από τα ψητά φούρνου να σκοτώνουν, γεμάτα μεσημεριανές υποσχέσεις, τα υπολείμματα των αρωμάτων από τους ανθούς της νερατζιάς που ομόρφαιναν τις τελευταίες εβδομάδες τα περπατήματά μας. Σκέψεις που σχεδόν επιτάσσουν, γι' αυτό το κείμενο που γράφεται δύσκολα, σαν από μαθητή που κρυφοκοιτάζει από το παράθυρο τη λύτρωση από τα μαθήματα της επόμενης μέρας, τη δική του εξέχουσα ημερήσια διάταξη, θεματικά πιο ελληνική και ελπιδοφόρα από την επετηρίδα της χρονικής ροής των εκδηλώσεων που, συνήθως, αλλά όχι απαρεγκλίτως, ακολουθούμε.
Είναι πασίδηλο ότι ο Νίκος Σκαλκώτας (1904-1949) δεν εκπροσωπείται επαρκώς στα εγχώρια συναυλιακά προγράμματα και το κενό αυτό αποφάσισε τολμηρά να καλύψει, μέσα από τις εν γένει απαιτητικές προτάσεις του, το νεότευκτο και φιλόδοξο «Kyklos Ensemble», σχηματισμός διακεκριμένων δεξιοτεχνών με οργανωτική μορφή και στόχευση μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που επιχειρεί να συμφιλιώσει ένα ουσιαστικά ανυποστήρικτο κοινό με τη -θεωρούμενη ως δυσνόητη- μουσική του 20ού αιώνα. Τα εισιτήρια συμβολικής τιμής και οι μακρές διάρκειες συναυλιών προδίδουν τον ζήλο προσφοράς των μουσικών, ενώ οι προγραμματικές συνυφάνσεις αποκαλύπτουν το σοβαρό επίπεδο της μουσικολογικής υποδομής (επίπεδο εμφανές και στο εισαγωγικό κείμενο του επαρκώς γνωστού μας κ. Γιάννη Τσελίκα). Ο «Κύκλος» αποτελεί την από μακρού αναμενόμενη ελληνική συνέχεια στην προηγηθείσα αναγέννηση της «παλαιάς» μουσικής στη χώρα, ιδίως μετά τη διάλυση της «Ορχήστρας των Χρωμάτων» που είχε πρωτοπορήσει, έστω και σποραδικά, στην παρουσίαση συνθέσεων του πρόσφατου χθες.
Για δύο βραδιές, στις 6 (που παρακολουθήσαμε) και 7 Μαρτίου, ο «Κύκλος» χάρισε στους τολμηρούς θαμώνες της αίθουσας «Δημήτρης Μητρόπουλος» τον σχεδόν πλήρη κύκλο -για την ακρίβεια τα πέντε από τα έξι- των concertini για πνευστά και πιάνο του Τήνιου δημιουργού με τη βερολινέζικη παιδεία (ένα φύλλο έκτακτης ενημέρωσης μάς πληροφόρησε ότι η ασθένεια του αρχικώς προβλεπόμενου τρομπετίστα κ. Δημ. Γκόγκα επέβαλε όχι μόνο την αντικατάστασή του από τον ομότεχνό του κ. Σπ. Αρκούδη, στο 1ο και 2ο κουαρτέτο για πιάνο και πνευστά, αλλά και την αφαίρεση από το πρόγραμμα του κοντσερτίνου για τρομπέτα και πιάνο). Συνθέσεις οι περισσότερες με το έσχατο χαμόγελο του Μεσοπολέμου, μάς έπεισαν στη διαδοχή τους για τη στέρεα ποιότητα του Σκαλκώτα ως μουσουργού πλούσιας και ελεγχόμενης, αλλά όχι νοησιαρχικά αποστεωμένης έμπνευσης.
Στοιχηματίζουμε ότι οι περισσότεροι από τους αναγνώστες μας εξακολουθούν να αγνοούν αυτό που ανακαλύψαμε και οι ίδιοι το βράδυ εκείνο, ότι δηλαδή είναι δυνατόν να παρακολουθήσει κάποιος μια μονογραφική βραδιά Σκαλκώτα, χωρίς να καταβληθεί από την εικαζόμενη εγκεφαλικότητα αυτού του Έλληνα μαθητή των «δύσκολων» δασκάλων της «2ης Σχολής». Και αυτό όχι μόνο χάρη στη χαλαρή απόλαυση των δεξιοτεχνικών προκλήσεων της γραφής από τους ίδιους τους μουσικούς (Μάριος Αργυρός όμποε, Γιώργος Φαρούγγιας φαγκότο, Δημήτρης Δεσύλλας ξυλόφωνο, Τίτος Γουβέλης και Στέφανος Θωμόπουλος πιάνο), αλλά και λόγω της πιστοποίησης ότι ο Σκαλκώτας εκινείτο ήδη σε προσωπική κατεύθυνση αφομοίωσης κεντροευρωπαϊκών επιρροών, με νύξεις τονικής επιστροφής (συνήθως επίκαιρα λικνιστικής, με «αγγίγματα» καλόγνωμου σαρκασμού), αλλά και με την επιστράτευση ενός χιούμορ καθοριστικού για τη διεκδίκηση της προσοχής και της αντοχής του κοινού σε τόσο επίφοβα ακροάματα.
Εμβληματική αυτής της παιγνιώδους διάθεσης υπήρξε η «Νυκτερινή διασκέδασις», σε πιπεράτη μεταγραφή για ξυλόφωνο και πιάνο των Don Stewart και Gunther Schuller, ένα πραγματικό «χιτ», κατάλληλο ως μουσικό επιδόρπιο κάθε συναυλίας ελληνικής μουσικής ανά τον κόσμο. Αυτό το «χαρακτηριστικό κομμάτι» αποτελεί σύνθεση του τελευταίου έτους της ζωής του συνθέτη και επαυξάνει τη θλίψη μας για όσα σημαντικά απωλέσαμε με τον τραγικά πρόωρο θάνατό του. Κυρίως για τις κατευθύνσεις που διαμόρφωνε ως εναλλακτική πορεία στον ασυμβίβαστο και αδιέξοδο δρόμο του Σαίνμπεργκ, των φίλων του και, ιδίως, των συνεχιστών του.