Είναι ιδιαίτερη η αίσθηση απώλειας που βιώνουμε, όταν αποτυγχάνουμε να ανταποκριθούμε σε κυριακάτικο ραντεβού με τις παρακαμπτηρίους του κεντρικού λυρικού ρεπερτορίου στο φιλόξενο «σωμόν» σαλόνι της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Κι αυτό όχι μόνο γιατί στερούμεθα του προνομίου της επαφής με έργα που είχαμε απελπισθεί ότι θα αναβίωναν, έστω και ελλειπτικά, στο μοναδικό λυρικό μας θέατρο, αλλά και για τον φόβο αποθάρρυνσης των ιθυνόντων τους σε σχέση με τη συνέχιση της αξιέπαινης αυτής προσπάθειας. Ισχυρή βακτηρία παραμυθίας αποτελεί, ωστόσο, αφ' ενός η αποσυνδεδεμένη από άμεσες εισπρακτικές παραμέτρους στόχευση της διοργάνωσης, κινούμενης στο πλαίσιο του δωρεάν προσφερόμενου «ορεκτικού», αφ' ετέρου δε η αθρόα προσέλευση κοινού, συχνά δε και η αποπομπή του πλεονάζοντος, που αποδεικνύει την ένταση της ξηρασίας των προηγουμένων δεκαετιών, αλλά και την ευτυχώς μη υπεσταλμένη δίψα των ανθρώπων, αρκετών ανθρώπων, για τα απόκρυφα κοσμήματα του είδους: μελοδράματα και, ιδίως, «μελοδραμάτια», όπως ο όρος απαντά σε δυσθεώρητης έκτασης κατάλογο της εγκυκλοπαιδείας Ελευθερουδάκη του έτους 1928.
Ο ρεαλισμός του εγχειρήματος βασίζεται σε διεθνώς επιτυχείς σταθμίσεις, όπως η οικονομικά βιώσιμη συναυλιακή παρουσίαση, χωρίς σκηνικό και με περιορισμό της ενόργανης συνοδείας στο πιάνο. Με αυτή τη λιτή συνταγή τα «Απογεύματα στο φουαγέ» έχουν αποδώσει ήδη ενδιαφέροντες καρπούς, από το «Όνειρο αποκριάτικης βραδιάς» του Ιωσήφ Ριτσιάρδη μέχρι «Το απόγευμα της αγάπης» του Μάριου Βάρβογλη, σκανδαλωδώς αναξιοποίητο στο πλαίσιο λυρικών διπτύχων.
Τη θεματική της οπερέτας στον εφετινό κύκλο εγκαινίασε, σε εορταστική ατμόσφαιρα (29.12.2013), η πασίγνωστη, ως τίτλος τουλάχιστον, και κοσμαγάπητη μέχρι σήμερα, χάρη στο περίπου ομώνυμο σουξέ της, «Ριρίκα μας» του ποιητή, μαθηματικού, μουσικοσυνθέτη και εθνομάρτυρα Στάθη Μάστορα (1893 - 1943), που έχασε τη ζωή του ενώπιον γερμανικού εκτελεστικού αποσπάσματος στη Βιάννο της Κρήτης, όπου υπηρετούσε ως γυμνασιάρχης. Έργο του 1930, «Η Ριρίκα μας» αναβίωσε συγκινητικά ενώπιον μελών της οικογένειάς του στην οξυδερκώς συνεπτυγμένη περίπου ωριαία ραδιοφωνική εκδοχή του πάλαι ποτέ Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας υπό τον Τότη Καραλίβανο.
Η πλοκή, σε κείμενο του Γιάννη Πρινέα, μετέρχεται οικείες καταστάσεις ερωτικών σκανδάλων συζυγικής απιστίας, με χαρακτήρες μιας εν πολλοίς υποκριτικής αστικής αντίληψης αξιών να δοκιμάζονται από τα -κατ' ανάγκην λιγότερο άκαμπτα- ήθη της χειραφετούμενης γυναίκας μιας νέας εποχής. Το αίσιο τέλος δεν συσκοτίζει στο ελάχιστο την επερχόμενη καταιγίδα ενός ανατρεπτικού φεμινισμού.
Παρά τον προλογικό αφορισμό, ωστόσο, του πιανίστα και μαέστρου Γιώργου Νιάρχου, που πέραν της συνοδείας είχε και την ευθύνη «αποκατάστασης υλικού», για παρουσίαση «με σπουδαίους καλλιτέχνες της ΕΛΣ», θα κρατήσουμε τις αποστάσεις μας από γενναιόδωρες γενικεύσεις, ιδίως σε σχέση με την ερμηνεύτρια του επώνυμου ρόλου. Παρά την από δεκαετιών εντυπωσιακή σκηνική της παρουσία, η Μάρα Θρασυβουλίδου ουδέποτε διέθετε το συνολικό διαμέτρημα πρωταγωνιστικού ρόλου σε οπερέτα. Σήμερα λοιπόν ως εκ περισσού επισημαίνουμε την πρόσθετη επιβάρυνση ενός ακραίου βιμπράτο που υπονομεύει καθοριστικά το όποιο εναπομένον φωνητικό της απόθεμα. Πλάι της η Βάγια Κωφού κράτησε ζωηρά το μάλλον δευτερεύον μέρος της ενάρετης Ελένης, ενώ η Αλεξάνδρα Ματθαιουδάκη υποδύθηκε πειστικά και με το ιδιάζον προσωπικό χιούμορ της την τετραπέρατη θεία Ευκολία, τόσο στο ξεκαρδιστικό κουαρτέτο της «ακαρπίας» όσο και στη δημοτικοφανή άριά της που ακολούθησε. Η εκλεκτή καλλιτέχνις πρέπει να «δουλέψει» ακόμη περισσότερο την πρόζα στην οπερέτα, ώστε να λειτουργήσει, και στους διαλόγους, στο μέτρο των δυνατοτήτων που διαβλέπουμε στο πρόσωπό της. Αυτό το μέτρο διαθέτει ήδη σε εντυπωσιακό βαθμό ο σκηνικός της σύζυγος Παναγιώτης, άλλως Παύλος Μαρόπουλος, που έχει αφομοιώσει θαυμαστά και ευπρόσδεκτα την πληθωρική φραστική του αλησμόνητου θιασάρχη και πρωταγωνιστή Παρασκευά Οικονόμου. Ευχάριστο ηχόχρωμα και λυρισμό jeune premier κατέγραψε στις λυρικές σελίδες του ρόλου του ο Φίλιππος Δελατόλλας ως Τόλης, με χαρακτηριστικότερο το νοσταλγικό ντουέτο της «περασμένης αγάπης» με την αείποτε αγνή Τριανταφυλλιά και νυν έκλυτη «Ριρίκα». Ένας ελλιπώς προετοιμασμένος Νίκος Τσαούσης ως Ινδός μαχαραγιάς και ένας πληθωρικός Χρήστος Αμβράζης ως αρκούντως «αιμοβόρος» και πικάντικος Ευάρεστος συμπλήρωσαν μια συνολικά ευφρόσυνη εμπειρία...