Οι κατέχοντες καλά την αγγλική γλώσσα γνωρίζουν την έκφραση «poor man's... (something)», η οποία σημαίνει ότι το εν λόγω πράγμα, κατάσταση ή οτιδήποτε άλλο δεν είναι απλώς - ή ακόμη και απαραίτητα- χαμηλού οικονομικού κόστους, αλλά αυτό που λέμε «φτηνιάρικο», δηλαδή μίζερο, μα και κακής αισθητικής, κάποτε ακόμα και μικρού ή και ανύπαρκτου περιεχομένου και/ή νοήματος. Πολύ φοβόμαστε, λοιπόν, ότι αυτή η έκφραση είναι η μόνη κατάλληλη για να περιγράψει και να συνοψίσει την ποιότητα των ελληνικών μουσικών φεστιβάλ, των εκδηλώσεων, δηλαδή, με περισσότερα του ενός ονόματα να συμμετέχουν, οι οποίες πραγματοποιούνται το καλοκαίρι και σε υπαίθριους χώρους, όπως συμβαίνει με ανάλογες σε όλο τον κόσμο.
Μια ματιά στο πρόγραμμα των φετινών εγχώριων διοργανώσεων είναι πράγματι απογοητευτική, αν όχι αποκαρδιωτική. Το ένα και -θεωρητικά, τουλάχιστον- πιο «εναλλακτικό» φεστιβάλ εορτάζει τη δέκατη επέτειό του με ένα line up που δεν έχει ανακοινωθεί ακόμη στην ολοκληρία του, αλλά ως μεγαλύτερα ονόματα φαίνεται να διαθέτει τρία αξιόλογα βρετανικά γκρουπ, τους Kasabian, τους Editors και τους White Lies, εκ των οποίων τα δύο πρώτα βρίσκονταν στην ακμή τους στις αρχές περίπου του 2000, ενώ άπαντα έχουν εμφανιστεί ξανά στη χώρα μας.
Ομοίως και το άλλο, το μακροβιότερο και σαφώς ιστορικότερο, έχει να επιδείξει -για πρώτη φορά- στις δύο μόλις ημέρες του, τον τουλάχιστον «γερόλυκο» Eric Burdon, που σήμερα δύσκολα μπορεί να του αποδώσει κανείς κάτι περισσότερο από απεριόριστο σεβασμό, τους Άγγλους Godfathers, που μπορεί μεν να είχαν αρκετά να πουν στα τέλη της δεκαετίας του '80, αλλά εκτός από τα είκοσι πέντε χρόνια έχει μεσολαβήσει από τότε οκταετής διάλυσή τους, και τους νεότερους μεν, αλλά θαυμάσιους Αμερικανούς Calexico, που έχουμε σχεδόν χάσει τον λογαριασμό του πόσες φορές μας έχουν επισκεφθεί. Και αν δεν αντιληφθήκατε ακόμη ποια είναι η ένσταση μας, τα αληθινά νέα και σημαίνοντα σήμερα ονόματα (τα οποία σε πολλές περιπτώσεις επιπλέον κοστίζουν και αρκετά λιγότερο από τα παλαιότερα και «διάσημα», αλλά φυσικά δεν εγγυώνται την προσέλευση του κόσμου όπως τα τελευταία, ειδικά στην Ελλάδα) ποιος και πότε αλήθεια θα τα φέρει;
Η δεύτερη περίπτωση, πάντως, είναι και η πιο ενδεικτική της νοοτροπίας της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων διοργανωτών, η οποία είναι η κύρια αιτία για την θλιβερή παρούσα κατάσταση των εγχώριων φεστιβάλ. Μαξιμαλισμός άνευ ορίων, μεγαλομανία και βέβαια τυπική καπιταλιστική απληστία εμποδίζουν ακόμη τους Έλληνες διοργανωτές να καταλάβουν πόσο πολύ έχουν αλλάξει τα οικονομικά δεδομένα και συνακολούθως πολλές άλλοι παράμετροι της κοινωνίας στη χώρα μας, αλλά και διεθνώς.
Ποια είναι αλήθεια η σκοπιμότητα, αν όχι η κοινή λογική, του να έχεις φτιάξει έναν υπαίθριο φεστιβαλικό χώρο με καλή ομολογουμένως υποδομή, αλλά πολύ μακριά από την Αθήνα, ο οποίος δύσκολα πια βγάζει τα έξοδά του (παρά τις πολύ υψηλές για εποχή κρίσης τιμές των εισιτηρίων) και να δημιουργείς σε αυτή την συγκυρία και έναν άλλο, κλειστό, προσπαθώντας ολοφάνερα να κυριαρχήσεις και στη χειμερινή συναυλιακή «αγορά»;
Υπό αυτές τις συνθήκες πώς να περιμένεις να συλλάβουν καν έννοιες όπως «εν τη ενώσει η ισχύς» (παράδειγμα το αμερικανικό αρχικά... περιοδεύον φεστιβάλ Lollapalooza που κατόρθωσε να αναγεννηθεί από την τέφρα του ύστερα από έξι χρόνια ανυπαρξίας), ή για το ποιοτικό μεγαλείο που πολλές φορές κρύβει η «μικρής κλίμακας» υλοποίηση;
Και επειδή ως γνωστόν «ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη», το συμπαθέστατο και «χαμηλών τόνων» Plissken Festival δεν αρκεί, δυστυχώς, για να σώσει τη θερινή παρτίδα της ζωντανής μουσικής στη χώρα μας...
Τουλάχιστον από τους Godfathers θα ακούσουμε και το λίαν επίκαιρο – ειδικά για την χώρα μας – «Birth, School, Work, Death»!