Παρακολουθούμε τον τελευταίο καιρό τον ανορθόδοξο τρόπο, με τον οποίο διεξάγεται ένας -διά του Τύπου- δημόσιος «διάλογος» σχετικά με τη θητεία του καλλιτεχνικού διευθυντή της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών. Η κατάπληξή μας δεν αποτελεί σχήμα υπερβολής λόγου, αλλά αφορά την εκτός ορίων άσκηση δημοσιογραφικής πίεσης επί του αρμοδίου (αλλά αδαούς κατά τεκμήριον, όπως και η συντριπτική πλειονότητα των προκατόχων του) υπουργού, καθώς και την παράλληλη προσπάθεια αποδυνάμωσης της -δημοσίως μηδέποτε προβληθείσης- «υποψηφιότητας» του φερομένου ως «διαδόχου», επίσης διακεκριμένου αρχιμουσικού.
Σε αυτό το δυσάρεστο και ελάχιστα προσιδιάζον σε χώρα της Ευρωζώνης πλαίσιο, όπου η προώθηση αντιτιθεμένων συμφερόντων, λόγω και του περιορισμού του εγχώριου κύκλου καλλιτεχνικών εργασιών, πέραν της οικείας «βυζαντινής» διάστασης των ψιθυρισμών, αποκτά και ευθέως «ανθρωποφαγική», ουδόλως προτείνεται να αντιμετωπισθεί το ζήτημα με την αδιάβλητη βέλτιστη διεθνή πρακτική, δηλαδή τη διενέργεια, πάντοτε και για όλες αυτές τις θέσεις, διεθνούς διαγωνισμού με γενικώς ισχύοντες όρους διεξαγωγής του και συναφώς ανοιχτή την έκβαση σε κάθε εγχώρια, αλλά και εξωτική επιλογή. Αντ' αυτού εξακολουθούμε να παρατηρούμε ως διαμαρτυρόμενους τους εκάστοτε χθεσινούς ευνοημένους από τη θεσμική αδιαφάνεια, παρά το γεγονός ότι, και τις ευχάριστες ώρες της ανάδειξής τους, δεν είχαμε αποφύγει από τη στήλη αυτή το δυσάρεστο καθήκον επισημάνσεων για τις έκτοτε αναμενόμενες εξελίξεις, που νομοτελειακά θα τους αφορούσαν την όποια ώρα της μεταβολής των υποκείμενων συσχετισμών. Και βέβαια η διαδικασία, στην οποία θα συνεχίσουμε να ομνύουμε μέχρι την καθιέρωσή της, οφείλει να συνεκτιμήσει κατά το μεταβατικό στάδιο της εισαγωγής της (όπως και κατά την επιχειρούμενη εισαγωγή αξιολόγησης του εν γένει προσωπικού του δημόσιου τομέα) τις επιδόσεις εκείνων που ενδεχομένως ανέκυψαν κατά τα ανορθόδοξα ειωθότα, αλλά πάντως διακρίθηκαν στο αντικείμενό τους.
Με αυτή τη διάθεση, που αποτάσσεται τις συνήθως βολικές για τους ανεπαρκείς «οριζόντιες» λογικές, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε στον κ. Βασίλη Χριστόπουλο, πέραν της ορατής βελτίωσης, κατά τη θητεία του, του μέσου επιπέδου απόδοσης της ΚΟΑ, και μιαν ενδιαφέρουσα (αν και όχι απαραιτήτως προσοδοφόρο για την Ορχήστρα - θα μας εξέπληττε το αντίθετο) θεματική διεύρυνση των προγραμμάτων, που συνοδεύθηκε από ευτυχές ισοζύγιο μετακλήσεων στο πόντιούμ της. Σε αυτή την κατηγορία περιλαμβάνουμε και το πρόγραμμα της συναυλίας με τον συλλογικό τίτλο «Έρωτας και πεπρωμένο» (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, 31.01.2014) υπό τον δυναμικό και ασφαλώς πολλά υποσχόμενο Πολωνό αρχιμουσικό Michał Nesterowicz (γεν. 1974).
Τη συναυλία εγκαινίασε ένα μέρος -το πρώτο- από το μπαλέτο Έρως και ψυχή του Γιώργου Ζερβού (γεν. 1947), σύνθεση του έτους 1997 για τον ΟΜΜΑ. Πρόκειται για μουσική κατανοητή, με γνήσια βιωματική στόχευση και υποβλητικές επιρροές από την ατμόσφαιρα της λεγόμενης Β' Σχολής της Βιέννης -και όχι μόνον- που τόσο καλά γνωρίζει ο συνθέτης ως θεωρητικός από την πανεπιστημιακή του έρευνα και οι οποίες πιστεύουμε ότι αναδείχθηκαν από την οξυδερκή συνηγορία ενός Νεστέροβιτς στο ηλικιακό μεταίχμιο μιας ενδιαφέρουσας ωριμότητας.
Κατάδυση στον χρόνο απαιτήθηκε για το κοντσέρτο για άρπα και ορχήστρα σε ντο μείζονα (1800/01) του Φρανσουά - Αντριάν Μπουαλντιέ (1775 - 1834). Η μουσική εισάγεται με την αναμενόμενη από τον συνθέτη της «Λευκής Κυρίας» ευγένεια σαλονιού, κινείται μέσα σε κλασικό περίγραμμα και παρέχει δεξιοτεχνικές ευκαιρίες για ένα όργανο που σπάνια απολαμβάνουμε σε σολιστικές αναθέσεις. Η προσωνυμία του Μπουαλντιέ, ωστόσο, ως «Γάλλου Μότσαρτ», αιτιολογείται το αργότερο από το βαθυβίωτο λυρικό αντάντε λέντο, που διεκδικεί μοτσάρτεια μελαγχολία και εσωτερικότητα, οδηγώντας, χωρίς διακοπή, σε ένα τελικό αλέγκρο ατζιτάτο, όχι πλήρως ανέφελο από την αίσθηση επίγνωσης που επίσης πιστώνουμε στον «θείο» Μότσαρτ. Η δεξιοτεχνική ασφάλεια της Γεωργίας Ξαγαρά και η συμμετοχική σοβαρότητα του διαλόγου της με ένα πόντιουμ σε αδιάλειπτη εγρήγορση δεν άφησαν ακάλυπτες επιθυμίες.
Η βραδιά ολοκληρώθηκε με τη γνώριμη, αλλά πάντοτε επικίνδυνη, 5ησυμφωνία, σε μι ελάσσονα, έργ. 64 (1888) του Πιότρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι (1840 - 1893) σε μια σπάνιας δομικής συνοχής και συνολικής αγωγικής εποπτείας ανάγνωση, ιδίως όσον αφορά τις κλιμακώσεις και τις εσωτερικές εναλλαγές του ρυθμού, πρωτίστως στις πιο εκτεταμένες και επεισοδιακές εξωτερικές κινήσεις του έργου. Ο πανύψηλος μαέστρος από το Βρότσλαβ απέφυγε τον κατακερματισμό της συμφωνικής ενότητας σε άθροισμα μεμονωμένης προβολής στιγμών, ενώ δεν υπέκυψε στον πειρασμό εκφραστικής υπερφόρτωσης της μουσικής αφήγησης, χωρίς όμως να παγιδευθεί και στην παράκαμψή της. Οι μουσικοί της ΚΟΑ αποκάλυψαν έναν υψηλό προσωπικό και συλλογικό εαυτό, απολαμβάνοντας επιδεικτικά και οι ίδιοι την πρόκληση υπέρβασης ορίων που εξέπεμψε η μπαγκέτα. Οι ποδοκρουσίες τους ενώθηκαν με τις επευφημίες του κοινού και τις δικές μας...