Στο παιδικό θέατρο, η παρουσίαση κλασικών παραμυθιών αποτελεί ελκυστική και διαχρονική επιλογή. Η ιστορία είναι λίγο-πολύ γνωστή, οι γονείς αισθάνονται ασφαλείς με την επιλογή τους και τα παιδιά δεν ζητούν επιμόνως εξηγήσεις για το τι βλέπουν.
Στην περίπτωση του Μολυβένιου στρατιώτη του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, που παίζεται στο θέατρο Χυτήριο, σε σκηνοθεσία Κώστα Δράκου, η σκηνική ανάγνωση του κλασικού παραμυθιού είναι γραμμική, χωρίς πολλές παρεκβάσεις, παραλλάσσοντας προς το ευτυχέστερο το τέλος της ιστορίας. Ωστόσο, η προσπάθεια για μια παράσταση με νεανικό σφρίγος μοιάζει να βουλιάζει σταδιακά από το βάρος των συμβάσεων με τις οποίες φορτώνεται. Δύο αφηγητές, μια νεράιδα και ένας κομπέρ, εμβόλιμοι στο παραμύθι, αναλαμβάνουν την αφήγηση των γεγονότων παράλληλα με τη σκηνική τους έκβαση. Η παρουσία τους, αν και βοηθητική στην εξήγηση της ιστορίας, είναι υπερβολικά πληθωρική, τόσο ως προς την εκφορά του λόγου όσο και ως προς την κίνηση. Έτσι, ο Μολυβένιος Στρατιώτης και η χάρτινη Μπαλαρίνα, το ερωτευμένο ζευγάρι του παραμυθιού, δεν καταφέρνουν να αποκτήσουν έντονο παραστασιακό πρόσημο. Ο Στρατιώτης μιλάει και κινείται πολύ λίγο, ενώ η Μπαλαρίνα αρκείται σχεδόν αποκλειστικά στην εκτέλεση ορισμένων χορογραφιών στο ύφος του κλασικού μπαλέτου (χορογραφίες: Ελένη Ηλιάκη). Οι χαρακτήρες των παιδιών, στα οποία ανήκουν τα παιχνίδια του παραμυθιού, μοιάζουν να ξεπήδησαν από ιαπωνικά κόμικς, ντυμένα ομοιόμορφα και με σπασμωδική εκφορά του λόγου, δίνοντας τον απαραίτητο «μεταμοντέρνο» τόνο σε μια παράσταση που φαίνεται ότι στοχεύει περισσότερο στο ύφος των κλασικών εικονογραφημένων. Οι στιγμές που πραγματικά «ζωντανεύει» η ατμόσφαιρα και τα παιδιά παρακολουθούν με αμείωτο ενδιαφέρον είναι όταν παρουσιάζεται ο κακός Φασουλής και ανταγωνιστής του Μολυβένιου Στρατιώτη, καθώς και όταν εμφανίζεται, ως γκροτέσκα, κωμική φιγούρα, ο Αρουραίος, τον οποίο αντιμετωπίζει ο Στρατιώτης στο ταξίδι του μέσα στους υπονόμους της πόλης. Για να δοθεί μεγαλύτερη ένταση στις συγκεκριμένες σκηνές, οι ηθοποιοί τρέχουν πάνω κάτω, φωνάζουν και χειρονομούν, ενώ σε άλλες σκηνές, όπου χρειάζεται να δοθεί έμφαση στα συναισθηματικά ημιτόνια της ιστορίας, ο φωτισμός γίνεται υποτονικός, χωρίς εναλλαγές, και οι αφηγητές, με τη συνεχή επεξήγηση των πάντων, δεν αφήνουν το συναίσθημα να πλημμυρίσει την πλατεία.
Η προσπάθεια υπονομεύεται συνολικά από τα σκηνικά και τα κοστούμια, που δεν βοηθούν αποφασιστικά τη σκηνοθεσία. Το σκηνικό είναι ζωγραφικό, όμως δεν έχει οργανική σχέση με τα παριστώμενα, ενώ τα κοστούμια (με εξαίρεση της μπαλαρίνας και του στρατιώτη) υπακούουν στη λογική του ready-made, χωρίς να εξυπηρετούν τις ανάγκες των χαρακτήρων. Έτσι, ο κακός Φασουλής παρουσιάζεται ως κατάδικος και ο Αρουραίος ως πειρατής(;), ενώ με χαμηλό προϋπολογισμό αλλά με μεγάλη δόση δημιουργικότητας η παράσταση θα μπορούσε να ενδυναμωθεί καθοριστικά μέσα από το ενδυματολογικό σκέλος της. Το ίδιο συμβαίνει σε επίπεδο σκηνικών αντικειμένων, που είναι πολύ λίγα, μικρά και αντιλειτουργικά, με αποτέλεσμα το βάρος της αναπαράστασης να το σηκώνει αποκλειστικά η αφήγηση των τεκταινόμενων.
Συμπερασματικά, οι καλές αρχικές προθέσεις δεν καταφέρνουν να ηγεμονεύσουν στην παράσταση. Οι δυνατότητες των νέων –κατά κύριο λόγο– ηθοποιών δεν αναδεικνύονται επαρκώς, μια και το σκηνοθετικό εγχείρημα μοιάζει να μην έχει αποφασίσει με σαφήνεια τους στόχους της παράστασης, η οποία, αν δουλευτεί ξανά με πειθαρχία και φαντασία, θα μπορέσει να κερδίσει αυτό που της αναλογεί.
* Η Ελευθερία Ράπτου είναι θεατρολόγος, υπ. διδάκτωρ Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ