Live τώρα    
Χορδή και πλήκτρο
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Χορδή και πλήκτρο

Στην κλασική μελέτη του για την παιδική νεύρωση, με τίτλο: «Ο Ντοστογιέφσκι και η πατροκτονία» (εκδ. «Πατάκης», μετάφραση Γιάννης Καλιφατίδης και Ηλιάνα Αγγελή), ο Φρόυντ μάς αναλύει, χωρίς να το γνωρίζει, την περίπτωση της Σάρα Κέην, όπως την περιγράφει η ίδια, με εκπληκτική διαύγεια στο έργο της: «Καθαροί πια» («Cleansed»).

«Η σχέση του αγοριού με τον πατέρα», «είναι, όπως λέμε, αμφίθυμη», γράφει ο Φρόυντ. «Εκτός από το μίσος, που επιθυμεί να εκτοπίσει τον πατέρα ως ανταγωνιστή, υπάρχει συνήθως και αρκετή τρυφερότητα για το άτομό του. Οι δύο αυτές τάσεις συνδυάζονται κατά την ταύτιση με τον πατέρα, όταν το αγόρι επιθυμεί να πάρει τη θέση του πατέρα, όχι μόνο επειδή τον θαυμάζει και θέλει να του μοιάσει, αλλά και επειδή θέλει να απαλλαγεί από την παρουσία του. Να, όμως, που όλη αυτή η εξέλιξη συναντά ένα τεράστιο εμπόδιο. Έρχεται μια ορισμένη στιγμή που το παιδί αντιλαμβάνεται ότι η προσπάθεια να παραμερίσει τον πατέρα ως ανταγωνιστή θα τιμωρούνταν από εκείνον με ευνουχισμό. Αντιμέτωπο με το άγχος του ευνουχισμού, παραιτείται από την επιθυμία να αποκτήσει τη μητέρα και να παραμερίσει τον πατέρα. Στον βαθμό που η επιθυμία αυτή διατηρείται ζωντανή στο ασυνείδητο, αποτελεί τη βάση του αισθήματος ενοχής. Μια επιπρόσθετη επιπλοκή δημιουργείται όταν στο παιδί είναι εντονότερα ανεπτυγμένος ο παράγοντας αμφισεξουαλικότητα. Σε αυτή την περίπτωση, δεδομένου ότι απειλείται με ευνουχισμό, ενισχύεται μέσα του η τάση να πάρει τη θέση της μητέρας και να αναλάβει τον ρόλο της απέναντι στον πατέρα ως ερωτικού αντικειμένου. Ωστόσο το άγχος του ευνουχισμού καθιστά και αυτήν τη λύση αδύνατη. Το παιδί αντιλαμβάνεται ότι είναι αναγκασμένο να υποστεί τον ευνουχισμό αν θέλει να αγαπηθεί από τον πατέρα σαν γυναίκα. Κατ' αυτόν τον τρόπο αμφότερες οι διεγέρσεις, τόσο το μίσος όσο και η ερωτική διάθεση για τον πατέρα, οδηγούνται στην απώθηση. Μια λεπτή ψυχολογική διαφορά έγκειται στην εγκατάλειψη του μίσους προς τον πατέρα ως συνέπεια του άγχους που γεννά ένας εξωτερικός κίνδυνος (ο ευνουχισμός). Όμως το παιδί διαχειρίζεται την ερωτική διάθεση προς τον πατέρα ως κίνδυνο γεννημένο από μια εσωτερική ενόρμηση, ο οποίος κατά βάθος ανάγεται και αυτός στον ίδιο εξωτερικό κίνδυνο... Ο ευνουχισμός είναι τρομακτικός τόσο ως τιμωρία όσο και ως τίμημα της αγάπης... Η έντονη αμφισεξουαλική προδιάθεση εξελίσσεται, συνεπώς, σε μια από τις προϋποθέσεις για την ύπαρξη ή για την επίταση της νεύρωσης... Συνοψίζοντας θα λέγαμε ότι η σχέση μεταξύ ατόμου και πατρικού αντικειμένου μετατρέπεται σε σχέση μεταξύ του Εγώ και του Υπερεγώ -με άλλα λόγια έχουμε μια νέα εκδοχή της παράστασης σε μια δεύτερη σκηνή...».

Εδώ ακριβώς αρχίζει το έργο της Σάρα Κέην. Ένα έργο - κραυγή που έγραψε στα είκοσι τρία της χρόνια, όπου δεν μας μιλά μόνο για την προσωπική της κόλαση, αλλά για τον πάσχοντα άνθρωπο σε έναν κόσμο στερημένο από αγάπη. Είναι χαρακτηριστικά όσα λέει ή ίδια, σε μια από τις λίγες συνεντεύξεις της: «Στο Καθαροί πια δεν πεθαίνει η αγάπη, είναι μια τελευταία σανίδα σωτηρίας... Η βία δεν είναι το κεντρικό θέμα, όλα περιστρέφονται γύρω από το πόσο πολύ αγαπιούνται αυτοί οι άνθρωποι... Η βία είναι αλληγορία και εγώ κινούμαι σε ποιητική διάθεση...».

Η παράσταση στο «Θέατρο Σημείο» είναι γένους μικτού, με την ουσιαστική έννοια του όρου. Ακούμε και τη χορδή και το πλήκτρο. Βασίζεται στη θηλυκή, καμπύλη, ευαίσθητη, μουσική μετάφραση της Εβίτας Τσοκαντά (χορδή) και στην ανδρική κάθετη, φροϋδική, ανάγνωση - σκηνοθεσία της Έφης Γούση (πλήκτρο). Η σκηνοθεσία βλέπει, σωστά, το όλο πράγμα σαν ένα όνειρο, που αναλύει κατόπιν ψυχαναλυτικά, απολύτως τεκμηριωμένα αισθητικά και επιστημονικά. Οι έντονες εικόνες βίας, δεν γίνονται αυτοσκοπός, το γυμνό είναι αθώο και ο θεατής δεν βγαίνει απελπισμένος. Η άτυπη δομή σχιζοφρένειας που ταλάνιζε τη συγγραφέα βρίσκει διέξοδο στον λόγο, κάτι που το λαχταρούσε και η ίδια. Η κραυγή της γίνεται κραυγή ζωής. Μετέχουν ισοδύναμα επτά πολύ καλοί νέοι ηθοποιοί, σαν ένα μικρό σύνολο δωματίου, οι: Μιχάλης Οικονόμου, Νικόλας Αγγελής, Περικλής Ασημακόπουλος, Αλέξανδρος Φράγκος, Μάγδα Γκουβέρου, Γιώργος Βουβάκης και Έφη Γούση. Τα ωραία κοστούμια του Γιώργου Θεοδοσίου, οι ονειρικοί φωτισμοί του Ντίνου Νικολάου και η μουσική επιμέλεια του Γιώργου Μαυρίδη.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0