Η Ιλιάδα του Ομήρου έχει ως πυρήνα τον θυμό του Αχιλλέα έναντι του Αγαμέμνονα, μια και ο αρχηγός των Αχαιών αποσπά από τον όμορφο και γενναίο ήρωα το γέρας του, τη Βρισηίδα. Ο μέγιστος ποιητής «χρησιμοποιεί» την πολυσήμαντη αντιδικία για να παρουσιάσει τους αγώνες των Ελλήνων γύρω από το Ίλιον, στους οποίους εμπλέκονται θεοί και θνητοί. Το έπος τελειώνει με το θρήνο για τον χαμό του Έκτορα και τον ενταφιασμό του. Ο θάνατος του Έκτορα προοιωνίζεται και την άλωση της Τροίας.
Ο Τρωικός Πόλεμος που ανεβαίνει στο θέατρο Παλλάς σε σκηνοθεσία Σοφίας Σπυράτου (η οποία υπογράφει και τις χορογραφίες) και κείμενο Στρατή Πασχάλη επιχειρεί να εκθέσει επί σκηνής όλη την αλληλουχία των γεγονότων μέχρι τη λήξη του, που σηματοδοτείται από την ιδιοφυή σύλληψη του Οδυσσέα: τον Δούρειο Ίππο. Το εγχείρημα είναι ριψοκίνδυνο εξαρχής. Πώς μπορείς να παρουσιάσεις ένα τόσο μεγάλο κομμάτι της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας σε μια παράσταση που απευθύνεται και σε παιδιά (ή κυρίως σε αυτά), μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, χωρίς εκπτώσεις και ευκολίες; Αναπόφευκτα πρέπει να αποφασίσεις τι θα παραστήσεις, τι θα εννοήσεις και τι θα αφήσεις απ' έξω. Στην παράσταση, που διαρκεί περίπου δύο ώρες, παρουσιάζονται τα πλέον γνωστά επεισόδια, που διαθέτουν συγχρόνως υψηλό βαθμό παραστασιμότητας. Η εκλογή της Ωραίας Ελένης από τον Πάρη, οι μηχανορραφίες θεών και ανθρώπων, οι μάχες των ομηρικών ηρώων (Αχιλλέας, Έκτορας, Πάρης), ο Δούρειος Ίππος είναι μερικά από τα γεγονότα που παρασταίνονται σε μεγάλη κλίμακα.
Η παράσταση είναι πλούσια, φαντασμαγορική, «χορταστική». Σκηνικά και κοστούμια (Μ. Παντελιδάκης), χορογραφίες, καλοδουλεμένες σκηνές μαχών (σπαθογραφίες: Κ. Μπουμπούκης), συγκροτούν ένα θεαματικό πανόραμα. Ο λόγος είναι απλός, αν και σε τούτο το υπερθέαμα αναγκαστικά υποβιβάζεται. Κρίνοντας την παράσταση με τους όρους του μιούζικαλ, με τους όρους ενός πολυθεάματος που εκκινεί μεν από το ομηρικό έπος αλλά μεταδομεί υφολογικά και σκηνικά το περιεχόμενο προς όφελος των αισθήσεων, θα λέγαμε ότι το στοίχημα κερδίζεται επάξια. Ωστόσο, η ανάγκη οικονομίας στα υλικά της παράστασης δεν έχει να κάνει εδώ με το επίπεδο παραγωγής. Έχει να κάνει με μια πιο αποφασιστική επιλογή των μέσων, που δεν αφορούν τόσο την όψη αλλά τη δομή της παράστασης. Έτσι, η χρήση πολλών και ετερόκλητων θεατρικών τρόπων κάποιες φορές υπερφορτώνει το σκηνικό αποτέλεσμα. Ίσως η μεγαλύτερη έμφαση στο σκέλος του χορού και στην προσπάθεια αφήγησης της ιστορίας αποκλειστικά μέσα από την κίνηση, τα ακροβατικά και τη μουσική να απελευθέρωνε τις δυνάμεις που θα καθιστούσαν την παράσταση όχι μόνο πλούσια φαντασμαγορία αλλά και δείγμα τολμηρού πειραματισμού. Σε ό,τι αφορά την ομάδα των ηθοποιών που δίνουν σάρκα στους μυθικούς ήρωες και θεούς, στέκομαι στην πολύ καλή ομαδική τους παρουσία, στη σωματικότητά τους και φυσικά στις υποκριτικές δυνάμεις των Μ. Μουμούρη, Γ. Νούση, Α. Αλμπάνη και Ν. Καραγκιαούρη. Όσο για την παρουσία της Δ. Νομικού, το βασικό ερώτημα πρέπει να αφορά μόνο την επί σκηνής απόδοσή της. Η απειρία είναι εμφανής, αλλά ως ενσάρκωση της όψης της Ωραίας Ελένης αρμόζει στο ομηρικό πρότυπο. Το ζητούμενο είναι, ωστόσο, αν ακολουθώντας τη θεατρική ατραπό καταφέρει να πειθαρχήσει στη σκληρή παιδεία που αναδεικνύει τους ταλαντούχους από τους «ηθοποιούς» και αν θα μπορέσει να αποτινάξει τη ναρκισσιστική σχέση με την εικόνα της, που όσο υφίσταται θα υπονομεύει την προσπάθεια να υποδυθεί ένα άλλο πρόσωπο.
* Η Ελευθερία Ράπτου είναι θεατρολόγος, υπ. διδάκτωρ Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ.