Η «Πρόβα νυφικού» ήταν ένα καλογραμμένο, με όλους τους κανόνες του είδους, ευπώλητο, αισθηματικό μυθιστόρημα της Ντόρας Γιαννακοπούλου. Έγινε, έπειτα, μια εξίσου πετυχημένη, αισθηματική κατά βάση τηλεοπτική σειρά. Στη συνέχεια διασκευάστηκε για το θέατρο από την συγγραφέα και τον Θανάση Νιάρχο, με τον εντυπωσιακό υπότιτλο «Νωπογραφία πεπτωκότων αγγέλων», για να ανέβει στο πρώτο κρατικό θέατρό μας, στην κεντρική σκηνή, σε σκηνοθεσία του διευθυντή, Σωτήρη Χατζάκη. Μια πολύ φιλόδοξη παράσταση, που είχε ως στόχο της να βυθιστεί κατακόρυφα στην Ιστορία και να αναδείξει το κείμενο περίπου ως εθνικό μας έπος. Φοβάμαι, όμως, ότι αυτό ήταν κάτι έξω από τις προδιαγραφές του κειμένου, που δεν άντεξε τόσο βάρος. Δεν έχει, ακόμη, βρεθεί φόρμα θεατρική για να αποδώσει ολόκληρη την απίστευτη τραγωδία του ελληνικού εικοστού αιώνα. Με τα μισά του χρόνια εν πολέμω, με δύο δικτατορίες, με δύο επίσημες πτωχεύσεις, με τη φρικτή κατοχή, με την πλήρη αποτυχία της ελληνικής αστικής τάξης να παίξει τον ιστορικό της ρόλο, με μια ηττημένη επανάσταση, με τα φοβερά «πέτρινα χρόνια», με τους συνεχείς εμφύλιους σπαραγμούς, με τον μισό πληθυσμό χαμένο σε καταστροφές, με το συστηματικό «δούλεμα» της τελευταίας εικοσαετίας, με την τελική έφοδο των ξένων και ντόπιων ακρίδων σήμερα, για να αρπάξουν ό,τι έμεινε ! Όλα αυτά, γραμμένα με αίμα στο πετσί μας, δεν μπορούν να ειπωθούν με τούλια, με δαντέλες, με ιπτάμενα νυφικά, με γαμήλιες τούρτες και με κοριτσάκια - αγγέλους να λένε τετριμμένα.
Το μυθιστόρημα και το έργο αποπνέουν έναν νοσταλγικό ρομαντισμό του 19ου αιώνα, που είναι κι αυτός, κατά μεγάλο μέρος, μια φιλολογική κατασκευή. Αν σκύψουμε επάνω στον αληθινό, συκοφαντημένο ως στείρο, ελληνικό θεατρικό δέκατο ένατο αιώνα, θα ανακαλύψουμε ένα πλήθος αναξιοποίητα, διόλου ρομαντικά, διόλου νοσταλγικά, «διαμάντια στη λάσπη». Υπάρχουν έργα που υπερβαίνουν τον καιρό τους και φωτίζουν, κάποτε μάλιστα προφητικά το μέλλον. Ενδεικτικά αναφέρω τον παραγνωρισμένο, σήμερα, λόγω του γλωσσικού φανατισμού, σπουδαίο ποιητή της καθαρεύουσας Σπυρίδωνα Βασιλειάδη, με έξοχη, κρυστάλλινη γλώσσα. Η «Αμάλθεια» (ειδύλλιο) είναι γραμμένη το 1870, ενώ η δράση της τοποθετείται... στα 1920. Και ο ποιητής πέφτει «διάνα», σε όλα όσα προβλέπει ! Οι «Γραικύλοι» του, μια επιφυλλίδα σε διαλόγους, είναι ένα «ταχυδράμα», που θα το υπέγραφε σήμερα... ο Μανιώτης ! Η «Ευρώπη», επιφυλλίδα επίσης σε διαλόγους... τα λέει όλα.
Η σκηνοθεσία, χωρίς να στερείται ρυθμού, είδε το έργο... περίπου σαν μια ελληνική εκδοχή του «Πόλεμος και Ειρήνη», επιχειρώντας να το αποδώσει αναλόγως, σε ένα ύφος αναπεπταμένο επικό και ρεαλιστικό, με μεγάλες χειρονομίες, με υπερτονισμένες φράσεις και ατελείωτα υποκριτικά θαυμαστικά, με εξαγγελτικές μουσικές (Βασίλης Δρογκάρης), ανάλογους φωτισμούς (Αντώνης Παναγιωτόπουλος), χορογραφία «εποχής» (Κική Μπάκα), παραγνωρίζοντας τη ρομαντική του φύση. Με αποτέλεσμα, όπως είπαμε, να καθίσει στα ρηχά το σκάφος. Επιπλέον, σε βασικές λεπτομέρειες, δεν ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις του κειμένου. Έδωσε τον πληθυσμό του, σαν να επρόκειτο για τη μεγαλοαστική τάξη της Αθήνας, ενώ αυτό «συμβαίνει» σε ένα νησί. Ακόμη και η αστική, τότε, αρχοντική Σύρα, δεν έπαυε να είναι μια επαρχία, με τα δικά της, κλειστά, σεμνότυφα, το υπογραμμίζω αυτό, ήθη και με κλειστά στο φως παραθυρόφυλλα. Δεν γινόντουσαν έτσι τα πράγματα, οι γάμοι είχαν μια άλλη, οικογενειακή μορφή, δεν ήταν επίδειξη πλούτου, και ο έρωτας αυστηρά απαγορευμένος. Οι ρόλοι, όμως, εδώ, είχαν σχεδιασθεί και αποδόθηκαν με πρόσωπο, σαν ελεύθεροι, «προοδευμένοι», «φωτισμένοι» εξελιγμένοι αστοί του μεσοπολέμου. Τα κοστούμια και τα σκηνικά της ΄Ερσης Δρίνη εξέπεμπαν στο ίδιο μήκος κύματος, υπαινισσόμενα την Αθήνα της εποχής του μεταπολέμου, με την αντιπαροχή και την ανοικοδόμηση
Οι είκοσι τρεις ηθοποιοί, πιστοί στη σκηνοθετική γραμμή, διέγραψαν ρεαλιστικά, λίγο συνοπτικά και κάπως εν περιλήψει τις κατατομές των ηρώων. Επειδή ο χώρος δεν επαρκεί, χωρίς να θέλω να υποτιμήσω τη φιλότιμη, επαγγελματική συμβολή των άλλων στη συλλογική προσπάθεια, θα αναφερθώ στην μονίμως ουσιώδη Θέμιδα Μπαζάκα, στον πάντοτε ακριβή Θέμη Πάνου, στην λαμπερή Τζένη Σκαρλάτου, στον καίριο Γρηγόρη Σταμούλη και στον δυνατό Άλκη Κούρκουλο, ως πλησιέστερους σε αυτό που ονομάζουμε θεατρική παιδεία.