Παραδοχή πρώτη: Η τηλεοπτική «αλήθεια» έχει στοιχειώσει πολλά από τα έργα της παγκόσμιας παιδικής λογοτεχνίας. Η ηγεμονία της βιομηχανικής κινηματογραφικής οπτικής, τύπου Ντίσνεϋ, έχει διαμορφώσει μια κουλτούρα θεάματος απέναντι στην οποία το θέατρο δεν μπορεί εύκολα να αντιπαρατεθεί. Όταν μια δημοφιλής παιδική ιστορία ανεβαίνει στη θεατρική σκηνή, σκιαμαχεί αναγκαστικά, σε επίπεδο σκηνικής σύλληψης αλλά και σε επίπεδο προσδοκιών του κοινού, με το κινηματογραφικό της απείκασμα.
Παραδοχή δεύτερη: Η δραματουργική επεξεργασία του κειμένου και η επιλογή των κρισιμότερων σημείων του έργου προς παράσταση, η πιθανή διάθεση σύνδεσης της κλασικής ιστορίας με την πραγματικότητα , στο πλαίσιο αυτού που συνηθίζουμε να αποκαλούμε διακειμενικότητα και «σύγχρονη» ανάγνωση, η σκηνοθετική άποψη, βούληση και πραγμάτωση (που συχνά δεν εκφράζονται ισομερώς στο τελικό αποτέλεσμα), η σκηνογραφική, ενδυματολογική, κινησιολογική και μουσική επένδυση είναι οι άξονες που θα καθορίσουν το τελικό παραστάσιμο προϊόν. Φυσικά, δεν θα μπορούσαμε να αγνοήσουμε τα τεχνολογικά μέσα που μπορούν πλέον να εμπλουτίσουν και να αναδείξουν σημαντικά μια παράσταση, όταν αυτά δεν χρησιμοποιούνται για λόγους μόδας ή εντυπωσιασμού, αλλά γιατί πραγματικά χρησιμεύουν στη συνολική σύλληψη. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο η παράσταση που έχει ως αφετηρία κλασικά έργα της παιδικής λογοτεχνίας έχει ουσιαστικά δύο επιλογές: Είτε να προσπαθήσει να ανταγωνιστεί «στα ίσα» την τηλεοπτική-κινηματογραφική λογική, τόσο σε επίπεδο φαντασμαγορίας όσο και σε επίπεδο δραματουργικών επιλογών, είτε να δράσει αιρετικά, δηλαδή να απομακρυνθεί από το ηγεμονεύον πρότυπο και να πειραματιστεί με το υλικό της (άψυχο και έμψυχο), θέτοντας συγχρόνως και άλλα στοιχήματα. Δύσκολη δουλειά.
Με βάση τα παραπάνω, Ο Μόγλης και οι περιπέτειές του στη ζούγκλα, που ανεβαίνει στην Παιδική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, σε σκηνοθεσία Φωτεινής Μπαξεβάνη και δραματουργική σύνθεση Γιάννη Σκαραγκά, είναι μια παράσταση που επιλέγει τον δύσκολο δρόμο του πειραματισμού και της θεατρικής πράξης που απάδει των τηλεοπτικών ευκολιών. Βασίζεται φυσικά στο κλασικό έργο του Ρ. Κίπλινγκ Το βιβλίο της ζούγκλας, αλλά λειτουργεί και ως αλληγορία για τη δική μας ζωή στην πόλη, που συχνά παρομοιάζεται με «ζούγκλα». Πάνω σε αυτό το δίπολο χτίζεται η δίωρη παράσταση, χρησιμοποιώντας τίμια τα μέσα της. Με δυνατό το πρώτο μέρος της ζούγκλας και ίσως πιο άνισο το δεύτερο, με καλές και πειθαρχημένες τις παρουσίες των ηθοποιών, οι οποίοι λειτουργούν ομαδικά και δίνουν έμφαση στην εκτέλεση των μουσικών μερών ζωντανά και με έντονη κίνηση, η παράσταση δεν αφήνει ασυγκίνητους τους θεατές. Η κλασική ιστορία που έχει υπερεπενδυθεί από τις κινηματογραφικές εκδοχές της, και οι οποίες την έχουν καθηλώσει στο προφανές και το εξωτικό, εδώ ανασυντίθεται σε μια προσπάθεια να αναδειχθούν εναλλακτικοί νοηματικοί κόμβοι.
Υπό αυτή τη λογική η σκηνογραφική άποψη εξυπηρετεί τις ανάγκες του έργου, θα μπορούσε όμως να είναι ακόμη πιο τολμηρή ως προς τα μέσα της (σκηνικά - κοστούμια Στέλλα Ρότσιου). Το ίδιο ισχύει και για τα κοστούμια που έχουν ωραίες στιγμές (όπως το Παγώνι, ο Αετός, η Νυχτερίδα), εξυπηρετώντας με σαφήνεια αλλά και εγκράτεια την εκδίπλωση της ιστορίας.
Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι τα παιδιά θα παρακολουθήσουν με ενδιαφέρον και κυρίως με χαρά αυτήν την παράσταση, ενώ καλούνται να αποχωριστούν, έστω για λίγο, τον χολιγουντιανό μονότονο Μόγλη, για έναν άλλο, πιο ανθρώπινο και πιο κοντινό.
* Η Ελευθερία Ράπτου είναι θεατρολόγος, υπ. διδάκτωρ Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ.