Για το έργο της κορυφαίας μας συγγραφέως Λούλας Αναγνωστάκη έχω καταθέσει πολλές φορές τη γνώμη μου. Πολύ πρόσφατα, μάλιστα, έγραφα ότι «το θέατρό της, βαθύτατα πολιτικό και βαθιά ανθρωπιστικό, περιστρέφεται γύρω από τον μετεμφυλιακό Έλληνα άνθρωπο και τα παθήματά του. Τα έργα της κλείνουν έναν αρχαίο κύκλο αιμάτων με αθώους θύτες και ένοχα θύματα, παγιδευμένα εξίσου στον εφιαλτικό και ατέρμονα χορό των 'οικείων κακών' τους. Επικρατεί σε αυτά το μαύρο χρώμα της νύχτας και βρισκόμαστε σε ένα 'κατοικητήριο ερινύων'. Μπορούμε, όμως να περιμένουμε κάτι περισσότερο από την 'καθαρτήρια επιστροφή της οδύνης και του φόβου' που ευαγγελίζεται το αυθεντικό 'θέατρο του παραλόγου', στη σύγχρονη, κυρίως γερμανική εκδοχή του, σε ένα μεταφυσικό σχεδόν κλίμα, δίχως να διακρίνει το ατομικό από το κοινωνικό. Τα σκληρά τοπία της Αναγνωστάκη, όπου κι αν ταξιδεύουμε, μας πληγώνουν, αλλά δεν μας συντρίβουν. Επειδή φωτίζονται από το αγγελικό και μαύρο φως της σολωμικής, τραγικής και μόνης ελευθερίας. Περαίνοντας (ολοκληρώνοντας σε σημασία) με την (τραγική) μίμηση πράξεως, δι' ελέου και φόβου το τέλος (κάθαρση) των παθημάτων του ήρωα... Φερόμαστε, από άλλο δρόμο, στον χώρο της τραγωδίας.
Η εμβληματική τριλογία ('Διανυκτέρευση', 'Πόλη' 'Παρέλαση'), της πρώτης ιστορικής παράστασης του Θεάτρου Τέχνης το 1965, δεν έχει χάσει τίποτε από την επικαιρότητά της. Όπως επισημαίνει ο Γιώργος Μιχαηλίδης στο βιβλίο του 'Νεοέλληνες θεατρικοί συγγραφείς': 'Οι ήρωές της δεν είναι ιστορικά πρόσωπα, απλώς ζουν την ιστορία και αντιδρούν σαν παγιδευμένοι με τους σπασμούς και την απόγνωση ενός εγκλωβισμένου. Περιμένουν συνεχώς μια καταστροφή. Με το άγχος της απειλής να κυριαρχεί στην ψυχολογία τους, δεν ελέγχουν τη μοίρα τους, δεν ορίζουν τη ζωή τους... Ο Κίμων και η Ελισάβετ της 'Πόλης' παίζουν ένα επικίνδυνο παιχνίδι... Γνωρίζονται με άλλους ανθρώπους, τους προσκαλούν για μια φιλική επίσκεψη, η Ελισάβετ μιμείται την ερωτευμένη με τον άγνωστο, του ζητάει να την πάρει μαζί του, αναγκάζουν τον φιλοξενούμενο να ανοίξει την καρδιά του, να τους εξομολογηθεί τα πάντα και πάνω στην κρίσιμη στιγμή πατάνε τις μάσκες, τον χλευάζουν και τον διώχνουν... Μα είναι κουρασμένοι, το παιχνίδι γίνεται ολοένα πιο επικίνδυνο, τους εξαντλεί. Κάποια μέρα, η φάρσα της αυτοκτονίας του Κίμωνα θα γίνει πραγματικότητα... Ίσως από τα παραπάνω να σχηματίστηκε η εντύπωση ότι το έργο της Αναγνωστάκη καταλήγει σε μια απαισιόδοξη στάση απέναντι στη ζωή. Αυτό θα ήταν λάθος. Αν η Αναγνωστάκη παρέμενε αποκλειστικά στον κλειστό ατομικό χώρο των ηρώων της, θα μπορούσε ίσως κανείς να οδηγηθεί σε τέτοιο συμπέρασμα. Σε όλα της τα έργα ο ατομικός χώρος δίνεται σε άμεση σχέση με την κοινωνική πραγματικότητα... Αισιοδοξία είναι να δίνεις σε βάθος το αληθινό πρόσωπο της εποχής σου χωρίς παραμορφωτικό καλλωπισμό. Να παρουσιάζεις τη διαλεκτική σχέση ατόμων και κοινωνικής πραγματικότητας... Δεν υπάρχει τίποτα το υπαρξιακό ή μεταφυσικό σε αυτόν τον τρόμο... Μια κοινωνία που αστυνομεύει, καταπιέζει και ταπεινώνει το άτομο, είναι εύκολο μετά από αυτό, το άτομο να φοβάται ότι οπωσδήποτε κάτι έχει κάνει».
Ο Στέλιος Μάινας στο «Επί Κολωνώ» διάβασε και σκηνοθέτησε υπό το φως του τραγικού την «Πόλη». Πηγαίνοντας πέρα από το κλασικό παράλογο ή την τραγική, έστω, φάρσα. Είδε τον φλεγόμενο πυρήνα του έργου και τον έδωσε καθαρά, χωρίς προσμίξεις. Μια παράσταση αυστηρή, δωρική, λιτή και ουσιώδης. Σε ύφος αφηρημένου ρεαλισμού, με τις μορφές να αντανακλώνται σε ένα παραμορφωτικό, αλλά με μαθηματική νόρμα, υδάτινο κάτοπτρο. Το ζευγάρι της Ελισάβετ και του Κίμωνα δίνεται αδρότατα, με λόγο γνώσης και με ορμή ζωική, χωρίς τη στατικότητα των συμβόλων, από την Κάτια Σπερελάκη και τον Βαγγέλη Ρόκκο. Σε μια μοναδικής εμβέλειας, τραγική, μαύρη κλοουνερί επιδίδεται ο Γιώργος Ψυχογιός, χαράζοντας με έξοχες, αιφνιδιαστικές «φλασιές» τον «τρίτο», προσκεκλημένο του ζεύγους, φωτογράφο. Με τη θαυμαστή μουσική των Lost Bodies, τα ωραία σκηνικά - κοστούμια και βίντεο του Γιώργου Χατζηνικολάου, τους λειτουργικούς φωτισμούς του Παναγιωτόπουλου.