Αν και σχετικά φτωχός σε διεθνείς μετακλήσεις, ο εφετινός χειμώνας που τρεμογέρνει στη λήξη του επεφύλασσε πολύ πιο ενδιαφέρουσες προγραμματικές εμπειρίες και διεργασίες από εποχές περισσότερο ευεπίφορες στον εφησυχασμό της ευμάρειας. Νέα οργανικά σχήματα, όπως ο «Κύκλος» και η «Ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών», ένα νέο θέατρο, το Δημοτικό Πειραιώς, αλλά και περισσότερο ενδιαφέροντα συναυλιακά προγράμματα διεκδίκησαν και διεκδικούν την προσοχή μας. Οι διαπιστώσεις αυτές δεν αναιρούνται από το κυμαινόμενο επίπεδο των ίδιων των γεγονότων, πιστοποιούν όμως ζωντανή εστία μουσικής δράσης στη χώρα που αφουγκράζεται τον κόσμο και αξιοποιεί παραγωγικά την επισήμανση ελλειμμάτων του παρελθόντος. Κι αν η οπερέτα μοιάζει ο αδιαφιλονίκητος νικητής της τρέχουσας περιόδου, το μπαρόκ και ο μεταβατικός απόηχός του έρχονται δεύτεροι, όχι μόνο για την ανακάλυψη και / ή επανεκτίμηση αριστουργημάτων εκ μέρους του κοινού (και ημών των ιδίων!), αλλά και για τον νοερό διάλογο που επέτρεψαν να αναπτυχθεί πάνω σε αυτόν τον λειμώνα της ευρωπαϊκής μουσικής, είτε επί θεμάτων τεχνικής και προετοιμασίας των ίδιων των γεγονότων είτε επί των ερμηνευτικών κατευθύνσεων που ενσωμάτωσαν.
Από το 1688, 3 χρόνια μετά τη γέννηση του Johann Sebastian Bach και του Georg(e) Fri(e)d(e)ric(h) Haendel, χρονολογείται το αρχαιότερο από τα έργα των συναυλιών αυτών, η όπερα του Henry Purcell «Dido and Aeneas», που ολοκλήρωσε το πρόγραμμα δύο εμφανίσεων του Θεόδωρου Κουρεντζή στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (19 και 20.02.2014), ενώ στα 1749 ανάγεται το ιστορικά πλησιέστερο σε μας, το αποκαλυπτικής ομορφιάς «Magnificat» του Carl Philipp Emmanuel Bach, που έστεψε τη χριστουγεννιάτικη συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών (23.12.2013), με ενδιάμεσους χρονολογικούς σταθμούς τα «Βραδεμβούργια κοντσέρτα» του Γ.Σ. Μπαχ και το «Dixit Dominus» του Χαίντελ, αμφότερα έργα, ορόσημα για τους συνθέτες και την (μεταβατική) εποχή τους. Όσο για την αντιπαράσταση των μαέστρων Κουρεντζή και Χρυσικόπουλου, οι επιτυχίες και οι αστοχίες εκατέρου αναδείχθηκαν αποκαλυπτικές για τα ζητούμενα της μουσικής αυτής.
Στο σύμπλεγμα αυτό εντάσσεται και η μονογραφική συναυλία της «Καμεράτα - Ορχήστρας των Φίλων της Μουσικής» (15.12.2013), αφιερωμένη στον «Μεσσία» (1743), το πλέον δημοφιλές και εμβληματικό ορατόριο του πολυγραφότατου Χαίντελ, που υπαγορεύει αυτονόητες απαιτήσεις προετοιμασίας σε όποιον το διεκδικεί. Η (καθυστερημένη;) υποκατάσταση του αρχικώς προβλεπόμενου αρχιμουσικού Νίκου Τσούχλου από τον βοηθό του, τον σφριγηλό και δραστήριο τσεμπαλίστα Μάρκελλο Χρυσικόπουλο, για τη μία και μόνη βραδιά της παρουσίασής του ορατορίου, επηρέασε υπό την έννοια αυτή το καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, παρά τον ενθουσιασμό της Χορωδίας των Μουσικών Συνόλων του Δήμου Αθηναίων στη διδασκαλία του έμπειρου Σταύρου Μπερή, αλλά και του εν πολλοίς ισχυρού κουαρτέτου των σολίστ. Δεν είναι λίγοι οι δεξιοτέχνες του τσέμπαλου που έχουν επιτύχει ως επικεφαλής ιδίων σχηματισμών «παλαιάς» μουσικής (ο Christophe Rousset έρχεται αβίαστα αντί άλλων στον νου...), αλλά η διεύθυνση συγκροτήματος αυθεντικών οργάνων απαιτεί εκτενή και συμβιωτική διαδικασία δοκιμών, ιδίως όταν οι μουσικοί μόλις τώρα ολοκληρώνουν μια μετάβαση με τις δικές της αισθητικές και τεχνικές διακινδυνεύσεις. Και φυσικά παρόμοια εγχειρήματα βοούν για ένα ασφαλέστερο χέρι στη γενική μουσική διεύθυνση από εκείνο που κατέδειξε, ενδεχομένως αδικούμενος, ο Χρυσικόπουλος.
«Ο Μεσσίας», μολαταύτα, επιβίωσε, όπως κάθε μεγάλη μουσική, θριαμβεύοντας με τη σαγήνη της μουσικής ουσίας του και την ένταση παραμυθίας που εκπέμπει για τρεις περίπου αιώνες, ενώ μάς αποκάλυψε τη δροσερή υψίφωνο Φανή Αντωνέλλου, η οποία, το αργότερο με το απαιτητικό «Rejoice greatly» της σοπράνο, δικαιολόγησε την επιλογή της για τον ρόλο της Σουζάννα στους «Γάμους του Φίγκαρο», που μόλις κυκλοφόρησε στο εμπόριο ως μέρος κύκλου ηχογραφήσεων για την τριλογία από όπερες του Μότσαρτ σε λιμπρέτο Λορέντσο Ντα Πόντε, υπό την διεύθυνση του Θεόδωρου Κουρεντζή (Sony 88883709261). Σταθερή αξία και η διεθνώς διακρινόμενη μεσόφωνος Μαίρη - Έλεν Νέζη, παρά τη δυσχερή προβολή της χαμηλής περιοχής της φωνής της σε μιαν αίθουσα των διαστάσεων της «Χρήστος Λαμπράκης». Νευρώδης αφηγητής και ασφαλής στην κολορατούρα του «Every valley» ο τενόρος Jason Darnell, παλιός γνώριμος όσων δεν λησμονούν τα «προϊστορικά» κορινθιακά βήματα του μπαρόκ στη χώρα μας. Είναι κρίμα, ωστόσο, που ένας καλλιτέχνης της συγκρότησης και της εμπειρίας του βαθύφωνου Χριστόφορου Σταμπόγλη κατέγραψε τόσο ελαττωμένη εστίαση προσοχής στο τραγούδι του, καταστρέφοντας κυριολεκτικά την τελευταία από τις μεγάλες του άριες...