Το σπανίως παιζόμενο έργο του «Σαίξπηρ», «Τίμων ο Αθηναίος», δίνεται σε απόδοση και σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Κοέν, στο «Σύγχρονο Θέατρο». Δυο λόγια πριν περάσουμε στην παράσταση. Ο «Τίμων» θεωρείται γενικά ως ένα έργο «υβριδικό», εν μέρει οφειλόμενο στο χέρι του Σαίξπηρ και εν μέρει στην πέννα ενός άγνωστου συγγραφέα. Κεντρικό πρόσωπο του δράματος είναι ο «απόλυτος αρνητής των ανθρωπίνων αξιών» και ο «μεγάλος μισάνθρωπος» Τίμων ο Αθηναίος, το μέγεθος της μορφής του οποίου είναι αναμφισβήτητα σαιξπηρικό, και η τελική του «έξοδος» δεν αφήνει αμφιβολίες για το ισχυρό χέρι που την έγραψε. Ο ήδη κουρασμένος Σαίξπηρ ίσως να ανέθεσε σε άλλους, νεότερους, συγγραφείς να ολοκληρώσουν τους ελάσσονες χαρακτήρες.
Το έργο εμπνέεται από τον Πλούταρχο και τον Λουκιανό, που ο Σαίξπηρ διάβαζε στα Λατινικά. Γενικώς αμφισβητείται αν γνώριζε αρχαία ελληνικά. Ο Καβάφης σε ένα δοκίμιό του υποστηρίζει με επιχειρήματα το αντίθετο, και έχει μάλλον δίκιο. Σήμερα είμαστε σε θέση πια να πιθανολογήσουμε πού τα έμαθε ο ποιητής, αλλά για αυτό θα επανέλθουμε κάποια άλλη στιγμή.
Ο σπουδαίος θεατράνθρωπος Γκέοργκ Μπράντες έγραφε, στον προηγούμενο ήδη αιώνα (διατηρώ τη γλώσσα της μετάφρασης του Μιχ. Δαμιράλη): «Ο βίος των τελευταίων ετών (του Σαίξπηρ) και παν ό,τι είχεν υποφέρει εκ της χυδαιότητος των ανθρώπων, συνεκεντρώθη εν τη κολοσσιαία ταύτη μορφή του απηλπισμένου μισανθρώπου, ούτινος η αγρία ρητορική ομοιάζει προς μαύρην ουσίαν αίματος και χολής την οποίαν αποβάλλει διά να ανακουφίσει τους πόνους του».
Σήμερα πολλοί πιστεύουν ότι ο Σαίξπηρ επιχειρούσε συνειδητά, με το έργο αυτό, να επινοήσει μια νέα, μεικτή φόρμα, ούτε κωμωδία ούτε δράμα. Ο «Τίμων» αναγνωρίζεται ως ένα έργο πέρα από την εποχή του, προφητικό, σαν μια παράδοξη μείξη του Άμλετ με τον Ληρ, που προσφέρεται για δημιουργική ανασύνθεση.
Η σκηνοθεσία (και διασκευή) του Αλέξανδρου Κοέν (με κινησιολογία της Φρόσως Κορρού), σκοπεύει να δώσει το έργο ως μια σύγχρονη, σκοτεινή σχεδόν δαιμονική ροκ - όπερα, και μπορεί να ειπωθεί ότι ο δύσκολος, κινητός, στόχος επιτυγχάνεται. Η ατμόσφαιρα είναι «μαύρη», το κλίμα «γοτθικό», οι ρυθμοί κινηματογραφικοί. Το έργο, επί πλέον, υποστηρίζεται από μία ισοδύναμη ικανή ομάδα δοκιμασμένων ή νεότερων ηθοποιών, που «τα δίνουν όλα». Με τον προικισμένο Μάξιμο Μουμούρη επικεφαλής και με την Ελένη Κρίτα σε έναν ξαναπλασμένο χαρακτηριστικό ρόλο, σύνθεση πολλών. Ακόμη, οι: Εύη Νταλούκα, Αλίκη Βουτζουράκη, Κώστας Πιπερίδης, Γιάννης Αθανασόπουλος, Άλεξ Κάβδας, Πατρίκιος Κωστής, Γιώργος Γεροντιδάκης, Τζούλη Σούμα, συνθέτουν έναν δυνατό καμβά. Ωστόσο θα περίμενε κανείς οι «εικόνες» επάνω στον καμβά να ήσαν πιο διακριτές, τα διαφορετικά πρόσωπα των ηρώων να είχαν σμιλευτεί σκηνοθετικά περισσότερο.
Τα σκηνικά (Χριστίνα Κωστέα) τα κοστούμια (Celebrity skin), οι φωτισμοί (Κατερίνα Μαραγκουδάκη) υπηρετούν πιστά το πνεύμα της παράστασης.
*
Μια μικρή, ευχάριστη έκπληξη επιφυλάσσει το όμορφο Θέατρο «Ελεύθερη ΄Εκφραση» της οδού Λέσβου σε όσους δεν γνωρίζουν την ως τώρα θεατρική δουλειά της Τζένης Κολλάρου - Καλλέργη. Τους περιμένει μια εντελώς καινούργια Τζένη. Δουλεύοντας επάνω σε ένα ενδιαφέρον κείμενο, γραμμένο «επάνω της», του ηθοποιού Γιώργου Χριστοδούλου, σε σκηνοθεσία της ακούραστης Μαίρης Ιγγλέση, η Τζένη Κολλάρου - Καλλέργη ενσαρκώνει άψογα την γνωστή, θυμόσοφη και ευέξαπτη Ξανθίππη, σύζυγο του Σωκράτη που... τα ψάλλει επί σκηνής με απίστευτο χιούμορ και με συγκινητική συνάμα τρυφερότητα... στην σκιά του Σωκράτη, τον οποίο «παίζει» υποδειγματικά σε βίντεο ο Λυκούργος Καλλέργης, από μια παλιότερη ταινία του! Ο διάλογος, σπαρταριστός, «κατεβαίνει» άμεσα στο κοινό που το διασκεδάζει, το χαίρεται, αλλά και αντιλαμβάνεται συγχρόνως, σωστά, το πράγμα ως ένα αφιέρωμα αιώνιας αφοσίωσης και αγάπης, με βαθύ περιεχόμενο ανθρωπιάς. Με τα ωραία κοστούμια - σκηνικά της Πέννυ Αμπλά, τους φωτισμούς του Αντώνη Παναγιωτόπουλου και τη μουσική (άλλη μεγάλη, ευχάριστη έκπληξη αυτή), του Φίλιππου Κουτσαύτη.