Οι Βρυκόλακες είναι μια σωστή ψυχανάλυση της αστικής οικογένειας, γραμμένη πριν ακόμη ο Φρόυντ διατυπώσει τις θεωρίες του. Ο Ίψεν, δεινός αναγνώστης, συνδυάζει ιδιοφυώς στη μορφή του Όσβαλντ τον Άμλετ και τον Ορέστη. Ο αμφιθυμικός Όσβαλντ του Ίψεν, όπως ο Άμλετ, επιθυμεί στο βάθος να «σκοτώσει» μια «σεληνιακή», στη γλώσσα του μύθου, μητέρα που του αποκρύπτει τον ήλιο - πατέρα. Ή, στη γλώσσα της ψυχανάλυσης, διστάζει να διασχίσει ένα μνημειακό, δεσπόζον μητρικό Υπερεγώ που απαγορεύει την μετάβαση στην ανδρική του υπόσταση. Υφίσταται ο Όσβαλντ, έτσι, την τύχη που επεφύλασσε ο θεός Απόλλων στον Ορέστη, αν δεν «σκότωνε» τη δική του μάνα: να προσβληθεί από μιαν αρρώστια που τρώει τις σάρκες και εξουθενώνει το μυαλό. Μη μπορώντας ο Όσβαλντ να αποκολληθεί από το παντοδύναμο σώμα της Μητέρας διαπράττοντας τη συμβολική μητροκτονία, θα υποστεί κάτι ανάλογο και θα καταλήξει ένα «βρέφος» ανήμπορο στα χέρια της. Οι άταφοι νεκροί επιστρέφουν για να κυριαρχήσουν σε μια αντιτραγική κοινωνία.
Είναι, επίσης, μια ριζική κριτική της πλουτοκρατικής κοινωνίας πριν ακόμη συνδέσει ο Μαξ Βέμπερ τον προτεσταντισμό με τον καπιταλισμό. Ένα ανεξάντλητο σε ερμηνείες θεατρικό έργο, όχι απλώς σύγχρονο, αλλά μπροστά και απ' την εποχή μας, που μιλάει για τη ζωή που χάνεται μέσα σε έναν κόσμο αλωμένο από την «αμαρτία» του χρήματος.
Η παράσταση στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας, με την «Πράξη», σε σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού, στην καλή μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα, είναι εξαιρετικά «ψαγμένη» και δουλεμένη. Στο ύφος ενός ρεαλισμού που «πάγωσε» αντικρίζοντας τον εαυτό του μέσα σε καθρέφτη, προβάλλει ψυχολογικά στοιχεία που ως τώρα συνήθως έμεναν απαρατήρητα. Όπως η άρρητη επιθυμία της λαίδης Άλβινγκ να δει το άσυλο να καίγεται ή ο υπαινικτικά δηλούμενος εκβιασμός του δαιμονικού Έγκστραντ στον φαρισαϊκό Μάντερς. Μια αψεγάδιαστη, αρραγής παράσταση που κρατά το κοινό σε εγρήγορση και σε πνευματική ετοιμότητα. Αυτό ακριβώς που έχουμε ανάγκη σήμερα.
Η Μπέττυ Αρβανίτη (κυρία Άλβινγκ), μεστή ουσίας, αναδεικνύει τις αλλεπάλληλες διαστρωματώσεις ψυχής ενός γυναικείου εαυτού που κατακρημνίζεται αενάως αθόρυβα εσωτερικά, και πώς να τον δηλώσεις; Μπορείς, μόνο ως αρνητική φωτογραφία - καμμένη! Αυτό κάνει, και πάει με φλασιές τον ρόλο «πέρα» απ' τον συμβατικό ρεαλισμό. Ο Κώστας Βασαρδάνης, δίπλα της, είναι ένας έξοχος, άκρως ποιητικός Όσβαλντ, φτιαγμένος «με λογισμό και με όνειρο». Ο Γιώργος Κέντρος (Έγκστραντ) γίνεται ένας τέλειος δαίμων - Έγκστραντ και ο Νίκος Χατζόπουλος ένας ολοκληρωμένος, διχασμένος κολασμένος πάστωρ Μάντερς. Η Μαρία Κίτσου, με φέγγος εσωτερικό, φτιάχνει μια έκτακτη Ρεγγίνα, «από ουρανό και λάσπη».
Τα σκηνικά και τα κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου είναι σημαίνοντα, οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου εξαίρετοι και η πρωτότυπη μουσική της Μαρίνας Χρονοπούλου ένα χάρμα.
***
Το μυθιστόρημα του Άντονυ Μπέρτζες Κουρδιστό πορτοκάλι είναι λιγότερο γνωστό στην Ελλάδα από την ομώνυμη ταινία του Στάνλεϊ Κιούμπρικ που την ενέπνευσε. Ωστόσο ξέρουμε σήμερα ότι στον συγγραφέα δεν άρεσε η ταινία του Κιούμπρικ. Έλειπε από αυτήν το τελικό κεφάλαιο του βιβλίου που περιέχει όλη την κριτική για το αγγλοσαξωνικό μοντέλο εξουσίας.
Όσα καταγγέλλει στο βιβλίο του ο Μπέρτζες δεν είναι καινοφανή. Νομίσαμε ότι είχαμε νικήσει τα φαντάσματα, αλλά οι άταφοι νεκροί επιστρέφουν, εφοδιασμένοι με εργαλεία χειραγώγησης τελευταίας τεχνολογίας.
Ο Γιάννης Κακλέας δίνει, στο «Αποθήκη», που μοιάζει να επιστρέφει στο πολιτικό του ρεπερτόριο, σε καλή μετάφραση του Θοδωρή Πετρόπουλου μια παράσταση πολιτικά «κουρδισμένη», όχι σκέτα κουρδιστή. Με υπόγειους, βραδυφλεγείς ρυθμούς που εκρήγνυνται στο τέλος. Με μια ομοιογενή, δουλεμένη, ωραία ομάδα - ορχήστρα ικανών ηθοποιών. Ο Άρης Σερβέταλης (Άλεξ) είναι το χαρισματικό πρώτο βιολί της. Η Ευδοκία Ρουμελιώτη, στην καλύτερη ώρα της, παίζει άριστα, με το σώμα και με τη φωνή, εναλλακτικά, τη βιόλα και την άρπα. Η λαμπερή Αλεξάνδρα Αϊδίνη τον μοναχικό χορευτικό πλαγίαυλο. Τύμπανο πολέμου ο Δρόσος Σκώτης. Κρουστά οι Αντίνοος Αλμπάνης, Νεκτάριος Λουκιανός. Χάλκινα οι Χρήστος Μαλάκης, Κίμων Φιορέτος. Τα σκηνικά του Παντελιδάκη, τα κοστούμια της Μαρίας Καραπούλιου, οι φωτισμοί του Χρήστου Τζιόγκα συν-σκηνοθετούν.