Της Ελευθερίας Ράπτου*
Η Χιονάτη είναι το παραμύθι που έχουν διηγηθεί όλες οι μάνες στα παιδιά τους και ιδίως στις κόρες τους. Η Χιονάτη ταξιδεύει στον χώρο και στον χρόνο, μεταλλάσσεται και εμπλουτίζεται ως προς το περιεχόμενο, χωρίς να χάνει όμως τη δροσιά, τον ρομαντισμό και την πίστη στη νίκη της καλοσύνης και της αγάπης. Το θέμα του παραμυθιού είναι γνωστό και απλό. Ωστόσο, έχει απασχολήσει ακόμα και τη μοντέρνα ψυχανάλυση. Είτε πρόκειται για το παραμύθι με την κακιά μητριά-βασίλισσα και τους επτά νάνους είτε για μια αλληγορία ενηλικίωσης, η Χιονάτη συγκινεί γιατί είναι μια ιστορία που συγκροτείται από βασικά μυθοπλαστικά συστατικά και ανθρώπινες επιθυμίες, φόβους, πόθους, αδυναμίες και ελπίδες.
Η εκδοχή της Χιονάτης που σκηνοθετεί ο Ηλίας Καρελλάς και παρουσιάζεται στο θέατρο Τριανόν είναι η συνισταμένη πολλών εκφάνσεων του παραμυθιού, η οποία αφουγκράζεται τις ανάγκες του σύγχρονου ελληνικού κοινού, είτε πρόκειται για παιδιά είτε για μεγάλους. Η ηρωίδα του παραμυθιού, η κακιά βασίλισσα, οι επτά νάνοι, οι βασιλικοί ακόλουθοι, ο κυνηγός, το βασιλόπουλο, ο μαγικός καθρέφτης και επίσης ένας μυστηριώδης δράκος που φοβίζει το βασίλειο συνομιλούν, αλληλοδρούν και ενίοτε αντιδικούν υποκριτικά και μουσικά.
Η παράσταση έχει ιδιαίτερο λυρικό πρόσημο. Στήνεται σύμφωνα με τη λογική της εναλλαγής πρόζας και μουσικών ιντερμέδιων. Οι ηθοποιοί ερμηνεύουν τους ρόλους τους ολιστικά, καθώς τραγούδι, κίνηση και υπόκριση ομονοούν στο σκηνικό αποτέλεσμα. Η Χιονάτη (Ζ. Κληματσάκη) είναι μεν το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας αλλά, εδώ, καθώς εστιάζει περισσότερο στο λυρικό σκέλος, αφήνει χώρο για να αναδειχθούν δευτερεύοντες χαρακτήρες του έργου, όπως οι απολαυστικοί ακόλουθοι της βασίλισσας (Ν. Φραγκιουδάκης, Φ. Παυλόπουλος), αλλά και ο μαγικός καθρέφτης που διανθίζει τα σχόλιά του με τον δέοντα σαρκασμό. Η κακιά βασίλισσα, επίσης, δεν είναι μονοδιάστατα ναρκισσιστική ή διαβολική. Η Ιωάννα Μυλωνά διαστέλλει τον ρόλο της, καθώς τον εμπλουτίζει με μαύρο χιούμορ και μηχανιστικές κινήσεις που αντινομούν ευφυώς με τον λόγο που εκφέρει.
Το θέατρο σκιών, ως τεχνικό και παραστασιακό εργαλείο, έχει και σε αυτήν την παράσταση την τιμητική του. Οι επτά νάνοι, η έλευση του βασιλόπουλου, αλλά και σημεία του παραμυθιού που προχωρούν την υπόθεση παρασταίνονται σύμφωνα με τους όρους του. Τούτο εμπλουτίζει αποφασιστικά την παράσταση και της δίνει ιδιαίτερο χαρακτήρα. Επικαιροποιεί τα τεκταινόμενα, κινητοποιεί τα παιδιά, ενώ το παιχνίδισμα του φωτός με τις σκιές εντείνει την παραμυθιακή ατμόσφαιρα.
Στο παιχνίδι των ηθοποιών με τη σκιά, στον διάλογο του παραμυθιακού με το πραγματικό και το σύγχρονο, καθοριστικό ρόλο παίζει η μουσική της παράστασης, η οποία εκτελείται αριστοτεχνικά από τους Χρήστο Σύγγελο και Έκτορα Κυριάκου. Οι δύο μουσικοί αποκτούν ερμηνευτικό ρόλο. Τραγουδούν και παίζουν πλήθος παραδοσιακών μουσικών οργάνων και ενισχύουν σαφώς τη δομή της παράστασης. Το μουσικό σκέλος ακουμπά στον βυζαντινό και δημοτικό τρόπο, κουβαλά τις μνήμες του λαού μας, αλλά συγχρόνως συνομιλεί με τη δυτική μουσική παράδοση που εκκινεί από την Αναγέννηση. Σε αυτό το πλαίσιο, η παρουσίαση περίτεχνων κοστουμιών και σκηνικών μοιάζει περιττή. Έτσι, το λειτουργικό και λιτό σκηνικό πλαισιώνει χωρίς φλυαρία τους φωτισμούς και τους ηθοποιούς, ενώ τα κοστούμια-νύξεις προσώπων, φτιαγμένα έξυπνα από απλά υλικά, σχολιάζουν με χιούμορ τους ρόλους (κοστούμια-κατασκευές: Α. Μπόζου).
Η Χιονάτη του θιάσου Ηλία Καρελλά, εντέλει, δεν θυμίζει την «αμερικανίδα» αδελφή της. Είναι πολύ «δική» μας, ζεστή αλλά όχι ανιαρά μελιστάλαχτη. Είναι ήδη ενήλικη και ως τέτοια είναι πολύμορφη και παλίμψηστη.
* Η Ελευθερία Ράπτου είναι θεατρολόγος, υποψήφια διδάκτωρ Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ