Ο Φρανσουά Κοππέ (1842-1902) υπήρξε όνομα γνωστό στην Ελλάδα, επηρεάζοντας λογοτέχνες της λεγόμενης γενιάς του 1880, μεταξύ των οποίων και τον Κωστή Παλαμά. Στο διάστημα 29 Μαΐου με 8 Ιουνίου του 1889 δημοσίευσε στην εφημερίδα Le Figaro, σε έντεκα συνέχειες, τη νουβέλα - του «Henriette», κατά την τότε συνήθεια του roman-feuletton (μυθιστόρημα-επιφυλλίδα). Η «Henriette» εκδόθηκε μέσα στο 1889 και σε βιβλίο, μαζί με άλλα έργα του συγγραφέα, τα οποία διακοσμούνται από πολλά χαρακτικά που αναφέρονται σε σκηνές των κειμένων του.
Στο έργο ξετυλίγεται μια ιστορία απλή (όπως τη χαρακτηρίζει ο ίδιος ο Κοππέ) και συνάμα τραγική, με κεντρικούς άξονες τον έρωτα δύο νέων, της Αρριέτας και του Αρμάνδου, και τη ζήλια της μητέρας του τελευταίου. Ο Armand, γόνος αστικής και πλούσιας οικογένειας του Παρισιού, μονάκριβος γιος της χήρας de Vignes, ερωτεύεται τη φτωχιά Henriette, που εργάζεται ως παραδουλεύτρα στο σπίτι τους. Όμως, το ειδύλλιο δεν το καλοδέχεται η μάνα του, η οποία, μέσα από τον αποτυχημένο γάμο της και ιδίως μετά τη χηρεία της, αφοσιώνεται στον νεαρό και όμορφο κανακάρη της.
Και ενώ οι σχέσεις μητέρας και παιδιού είναι κλονισμένες, ο Αρμάνδος, χτυπημένος από βαριά αρρώστια, πεθαίνει. Μητέρα και αγαπημένη επισκέπτονται το μνήμα του και αφήνουν λουλούδια. Ξαφνικά η Αρριέττα παύει να αποθέτει άνθη· τούτο πείθει τη μητέρα ότι η παλαιά ερωμένη ξέχασε τον Αρμάνδο και αποφασίζει να ξαναπαντρευτεί και να φτιάξει τη ζωή της. Ωστόσο, μια μέρα λαμβάνει μιαν επιστολή από τη νεαρή κοπέλα, που την ενημερώνει ότι, τη στιγμή που θα διαβάζει τις γραμμές της, η Αρριέττα, άρρωστη βαριά και αυτή, δεν θα ζει πλέον.
Το γράμμα καθιστά ακόμη γνωστό στη μάνα ότι οι δύο νέοι ήταν ερωτευμένοι βαθιά και παντοτινά, και πως είχε φτάσει η ώρα να ξανασυναντηθούν. Το μόνο που της ζητάει είναι να βάζει και εκ μέρους της λίγα άνθη στον τάφο του καλού της. Η δε μητέρα, μένοντας στη ζήλια της, το μόνο που βρίσκει να πει είναι πως η Αρριέττα «τον αγαπούσε πιο πολύ απ' όσο εγώ!», κι έτσι κλείνει το μυθιστόρημα.
Ο Παπαδιαμάντης απέδωσε στα ελληνικά σχεδόν άμεσα τη συγκεκριμένη νουβέλα, τιτλοφορώντας την «Αρριέττα» και δημοσιεύοντας τη μετάφρασή του στην εφημερίδα Εφημερίς, από τις 5 έως τις 19 Αυγούστου του ίδιου έτους. Έχει δε ενδιαφέρον ότι η παπαδιαμαντική πηγή υπήρξε το προαναφερθέν παρισινό έντυπο και όχι η συγκεντρωτική έκδοση των έργων του Γάλλου συγγραφέα.
Η ελληνική απόδοση -που είχε προαναγγελθεί από την Εφημερίδα, η οποία τόνιζε την αναγνωστική επιτυχία του πρωτοτύπου, ιδίως στη «γυναικείαν πελατείαν του παρισιανού Φιγαρώ»- δημοσιεύτηκε χωρίς το όνομα του μεταφραστή, όπως συνέβαινε συχνά την εποχή εκείνη. Ωστόσο, η ταύτιση της εν λόγω μεταφραστικής εργασίας με τον Παπαδιαμάντη έχει ήδη επιχειρηθεί με πειστικό τρόπο στην οικεία βιβλιογραφία, αρχικά από τον Γ. Βαλέτα, εν συνεχεία από τους Φ. Δημητρακόπουλο και Ε. Δαμβουνέλη και, τελευταία, από τους Ν.Δ. και Λαμπρινή Τριανταφυλλοπούλου, με λεξιλογικά τεκμήρια.
Ιδού ένα χαρακτηριστικό δείγμα του ύφους της, που παραπέμπει απευθείας στον μεγάλο πεζογράφο: «Α! ήρκει ο Αρμάνδος να κάμη έν νεύμα! ό,τι ήθελε, και αμέσως! Λίαν απλοϊκή, εξ ορμεμφύτου κινουμένη, ηγνόει την φιλαρέσκειαν και τα τεχνάσματα του έρωτος. Ναι, εις έν βλέμμα ήτο ετοίμη να θυσιασθή, αυτή και η ανθηρά νεότης της, ετοίμη να δώση την καρδίαν της προ πάντων, εις το βάθος της οποίας ησθάνετο μυστηριώδη δύναμιν, ακατανίκητον, διεγείρουσαν και ωθούσαν αυτήν εις τας αγκάλας του Αρμάνδου».
Πρόσφατα κυκλοφόρησε από την Εταιρεία Παπαδιαμαντικών Σπουδών, σε επιμέλεια της ΄Αννας Λαμπαδαρίδη και του Φώτη Δημητρακόπουλου, νέα έκδοση της παπαδιαμαντικής αυτής μετάφρασης, συνοδευόμενης από την πανομοιότυπη αναπαραγωγή του πρωτοτύπου, όπως αυτό παραδίδεται στον μνημονευθέντα τόμο με τα έργα του Κοππέ.
Έτσι ο αναγνώστης διαθέτει το γαλλικό κείμενο και την ελληνική του απόδοση από τον Σκιαθίτη δημιουργό, έχοντας τη δυνατότητα να προβεί στην αντιβολή του έργου στο πρωτότυπο με το μεταφραστικό του αποτέλεσμα στη γλώσσα-στόχο, ώστε να επακριβώσει τον τρόπο της παπαδιαμαντικής εργασίας - κάτι που επιχειρούν, δειγματοληπτικά βέβαια, οι επιμελητές της παρούσας έκδοσης στην εισαγωγή τους.
Επειδή δεν μπορεί να επιτευχθεί πλήρης αντιστοίχηση των σελίδων γαλλικού και ελληνικού κειμένου, οι επιμελητές φροντίζουν κάθε στήλη της πρωτότυπης δίστηλης δημοσίευσης να ισοδυναμεί με μια σελίδα της ελληνικής μετάφρασης, αριθμώντας παράλληλα τις παπαδιαμαντικές επιφυλλίδες στο περιθώριο. Ακόμη, σε όσες σελίδες με την ελληνική απόδοση έμεναν κενές αράδες, αυτές συμπληρώθηκαν με χαρακτικά από άλλα μέρη του γαλλικού βιβλίου, σχετικά προς το κείμενο, με αποτέλεσμα η ανά χείρας έκδοση να κερδίζει πολύ σε καλαισθησία.
* Ο Γιώργος Ανδρειωμένος είναι καθηγητής της Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου