Live τώρα    
Στυλιανός Αλεξίου: Ξεχώρισε για την ευγένεια και την απλότητα του χαρακτήρα του
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Στυλιανός Αλεξίου: Ξεχώρισε για την ευγένεια και την απλότητα του χαρακτήρα του

Του Kώστα Γ. Tσικνάκη*

Η είδηση του θανάτου του Στυλιανού Αλεξίου, το απόγευμα της περασμένης Τρίτης, προκάλεσε συγκίνηση σε όσους τον γνώριζαν και τον συναναστράφηκαν. Η πρώτη αντίδραση, σε ανάλογες περιπτώσεις, είναι το νοσταλγικό καταφύγιο στη μνήμη.

Γύρισα έτσι τριάντα πέντε χρόνια πριν. Πρωτοετής φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, στο Ρέθεμνος, στο πρώτο μάθημα της Μεσαιωνικής Φιλολογίας. Στη μεγάλη αίθουσα του ισογείου, στο κτήριο των Περιβολιών, μπήκε ένας κομψοντυμένος κύριος. Με κάποια διστακτικότητα κατέλαβε τη θέση του στην έδρα και ξεκίνησε την παράδοση. Η διδασκαλία του ήταν λιτή και απολύτως κατανοητή. Κάθε τόσο, σταματούσε την ανάλυση κάποιων στίχων και, με αφορμή μια λέξη, εξέφραζε τις αμφιβολίες του, ζητώντας την απόδοσή της από το ακροατήριο. Τις απαντήσεις που τον ενδιέφεραν τις σημείωνε με επιμέλεια στο τετράδιό του, μαζί με το όνομα και τον τόπο καταγωγής του εκάστοτε πληροφοριοδότη. Έδειχνε να επιζητεί και να απολαμβάνει τις απαντήσεις των φοιτητριών, κρητικής καταγωγής οι περισσότερες, που είχαν σπεύσει να καταλάβουν από νωρίς τις πρώτες θέσεις των θρανίων.

Η συγκεκριμένη πρακτική μόνο τυχαία δεν ήταν. Όλα τα χρήσιμα στοιχεία, τα οποία αντλούσε από τον ιδιότυπο αυτόν διάλογο, που συνεχιζόταν για χρόνια, τα ενσωμάτωνε σταδιακά στις εκδόσεις φιλολογικών κειμένων που τύπωνε, με τη ρητή πάντα αναφορά όσων τον είχαν βοηθήσει.

***

Γεννημένος το 1921 στο Ηράκλειο, ο Στυλιανός Αλεξίου μεγάλωσε σε ένα πνευματικό περιβάλλον. Μετά την εγκύκλια μόρφωσή του στη γενέθλια πόλη του, σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1947, ύστερα από εξετάσεις, προσλήφθηκε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία και διορίστηκε στη Ρόδο. Ως Επιμελητής Αρχαιοτήτων υπηρέτησε στη Ρόδο και στο Ηράκλειο και ως Έφορος Αρχαιοτήτων στα Χανιά. Διετέλεσε διευθυντής του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου και γενικός έφορος Αρχαιοτήτων. Παραιτήθηκε το 1977 από την Αρχαιολογική Υπηρεσία και ώς τη συνταξιοδότησή του δίδαξε Υστεροβυζαντινή Δημώδη και Κρητική Λογοτεχνία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης.

Από την πρώτη κιόλας περίοδο της επιστημονικής δραστηριότητάς του, στις αρχές τις δεκαετίας του 1950, κινήθηκε με μεγάλη άνεση ανάμεσα στην αρχαιολογία και τη φιλολογία. Ο κατάλογος των δημοσιευμάτων του, και στους δύο χώρους, είναι μακρύς. Ορισμένα άρθρα του εξακολουθούν να παραμένουν σημείο αναφοράς.

Τα χρόνια τις ωριμότητάς του πραγματοποίησε αρχαιολογικές ανασκαφές στον Λιμένα Κνωσού, τη Λεβήνα, την Αμνισό και την Αγία Πελαγία, τα αποτελέσματα των οποίων δημοσίευσε αργότερα. Παράλληλα, ξεκίνησε την κριτική έκδοση κειμένων τις Κρητικής Λογοτεχνίας. Αποκορύφωμα της δραστηριότητάς του εκείνης της περιόδου ήταν η νέα κριτική έκδοση, το 1980, του «Ερωτοκρίτου» του Βιτσέντζου Κορνάρου. Τα χρόνια που ακολούθησαν, με τη συνεργασία της γυναίκας του Μάρθας Αποσκίτη, εξέδωσε υποδειγματικά και άλλα κείμενα της Κρητικής Λογοτεχνίας.

Διαρκώς ανήσυχος, δεν αρκέστηκε στη μελέτη τις Κρητικής Λογοτεχνίας. Από την ενασχόλησή του με την υστεροβυζαντινή ποίηση προέκυψαν θεμελιώδεις εκδόσεις. Ένα αριθμό γλωσσικών μελετημάτων του, στα οποία παρέχονταν νέες ετυμολογίες για νεοελληνικές λέξεις, ανατύπωσε σε τομίδιο. Ύστερα από μεγάλη προεργασία παρουσίασε την κριτική έκδοση των «Ποιημάτων και πεζών» του Διονυσίου Σολωμού. Για το σολωμικό έργο αλλά και για άλλα θέματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας έγραψε σπουδαίες συνθετικές μελέτες.

Ένα σημαντικό τμήμα της συγγραφικής παραγωγής εξήντα περίπου χρόνων, με τις απαραίτητες πάντα συμπληρώσεις, τύπωσε σε πέντε τόμους. Οι τίτλοι και μόνο των μελετών που περιλαμβάνονται στους συγκεκριμένους τόμους αποκαλύπτουν το εύρος των ενδιαφερόντων του.

Την τελευταία περίοδο της ζωής του ξεδίπλωσε, ακόμη περισσότερο, το πολύπλευρο ταλέντο του. Στο τομίδιο «Το Εντευκτήριο» συγκέντρωσε μεταφράσεις ποιημάτων διαφόρων ξένων ποιητών. Στο ογκώδες βιβλίο του «Ελληνική Λογοτεχνία. Από τον Όμηρο στον 20ό αιώνα» έδωσε ακριβή εικόνα των κορυφαίων έργων και της εποχής τους στη διάρκεια τριάντα αιώνων. Στην έκδοση «Κείμενα Φιλίας και Μνήμης» στέγασε διάσπαρτα σε ποικίλα έντυπα κείμενά του για αγαπημένα του πρόσωπα με τα οποία είχε συμπορευθεί για δεκαετίες. Στους «Στίχους Επιστροφής», απελευθερωμένος από ενοχές, δεν δίστασε να δημοσιοποιήσει τις μύχιες σκέψεις του. Όλη σχεδόν η ζωή του, με κυρίαρχα στοιχεία τον έρωτα, τον χρόνο και την αναπόφευκτη φθορά, συμπυκνώνονται σε εξήντα ποιήματα. Με την ανθολόγηση και μετάφραση τμημάτων τις ομηρικής «Οδύσσειας», κατάφερε να δώσει ένα νεοελληνικό κείμενο κατανοητό στον σημερινό αναγνώστη.

Ο Στυλιανός Αλεξίου υπήρξε γνήσια αναγεννησιακός άνθρωπος. Μεταξύ των κατά καιρούς συνομιλητών του ήταν ο Γιώργος Σεφέρης, ο Οδυσσέας Ελύτης, ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, με τις οποίους διατηρούσε τακτική αλληλογραφία ανταλλάσσοντας απόψεις για θέματα κοινού ενδιαφέροντος.

Εκείνο όμως που τον έκανε ξεχωριστό άνθρωπο ήταν η ευγένεια και η απλότητα του χαρακτήρα του. Μπορούσες να συζητήσεις ώρες μαζί του, για οποιοδήποτε ζήτημα, χωρίς να έχεις την αίσθηση ότι σε αντιμετώπιζε από θέση ισχύος. Πάντα είχε απορίες για διάφορα επιστημονικά προβλήματα και δεν δίσταζε να σε κάνει κοινωνό του προβληματισμού του.

***

Για τελευταία φορά τον συνάντησα πριν από δύο εβδομάδες. Αν και ξαπλωμένος στο κρεβάτι, αδημονούσε να συζητήσει για διάφορα θέματα. Τα σημάδια ωστόσο από την περιπέτεια της υγείας του ήταν εμφανή. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειξε για την πρόσφατη έρευνά μου σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ολοκληρώθηκε η πρώτη κριτική έκδοση του «Ερωτοκρίτου» το 1915. Οι αποκαλυπτικές πληροφορίες που έδωσε για το ζήτημα, στηριζόμενος σε μαρτυρίες του συγγενικού περιβάλλοντός του, τεκμηρίωναν όσα αναφέρονταν στα έγγραφα.

Ήταν γι' αυτόν, φαίνεται, η ώρα του απολογισμού και της αυτοκριτικής. Έτσι, ύστερα από μια νέα ανάγνωση της «Οδύσσειας» του Νίκου Καζαντζάκη που είχε επιχειρήσει, σχολίαζε ορισμένες ποιητικές αστοχίες του αγαπημένου του συγγραφέα, αποτέλεσμα τις επίδρασης των ψυχαρικών ιδεών. Με αφετηρία τη βιβλιοκρισία του Κωστή Παλαμά για την έκδοση του «Ερωτοκρίτου» του 1915, επισήμαινε την ανάγκη επανεκτίμησης του πλούσιου κριτικού έργου του, για το οποίο παραδέχτηκε πως δεν τον είχε απασχολήσει στον βαθμό που θα έπρεπε.

Παρότι είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν, με την ίδια μεθοδικότητα που πάντα τον διέκρινε, σχεδίαζε τις επόμενες κινήσεις του: να συνεχίσει τη μετάφραση ποιημάτων ξένων ποιητών που τον είχαν συγκινήσει, να ασχοληθεί με επιμέρους θέματα του σολωμικού έργου, να επιφέρει ορισμένες βελτιώσεις στα βιβλία που είχε τυπώσει...

Ο θάνατος, όμως, διέκοψε μια μακρά και πολυδιάστατη διαδρομή. Η απώλεια για τα ελληνικά γράμματα, και όχι μόνο, είναι τεράστια.

* Ο Κώστας Τσικνάκης είναι Ιστορικός. Ερευνητής του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0