Του Λέανδρου Πολενάκη
H «Γειτονιά των αγγέλων» (1963), γραμμένη κάτω από διαφορετικές συνθήκες, είναι ένα από τα μάλλον αδύναμα έργα του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Ο ίδιος δεν το είχε περιλάβει στα άπαντά του και παρέμενε ώς σήμερα ανέκδοτο. Δεν ξέρω ποιος ήταν ο λόγος να παιχτεί πάλι σήμερα, μάλιστα από το Εθνικό Θέατρο, σε μια διασκευή του Κώστα Τσιάνου, η οποία όχι μόνο δεν βελτιώνει τις αδυναμίες του, αλλά τις επιτείνει.
Ο Καμπανέλλης ήθελε τότε, αρχικά, να δώσει μια ανεστραμμένη εικόνα του διαδεδομένου, από τον ελληνικό κινηματογράφο κυρίως, «μύθου» της φτωχής λαϊκής κοπέλας που ερωτεύεται έναν πλούσιο αστό και στο τέλος, παρά τις αντιδράσεις της οικογένειάς του, το ειδύλλιο καταλήγει σε γάμο και έτσι, συμβολικά, αναιρείται ο διχασμός, μας τελειώνει και η πάλη των τάξεων. Τέλος καλό, όλα καλά; Όχι, βέβαια.
Ο Καμπανέλλης δεν ήταν αφελής, ήξερε τον κίνδυνο που αναλάμβανε αντιστρέφοντας την πιο πάνω εικόνα, φωτίζοντας τον «ρατσισμό» από την πλευρά μιας λαϊκής οικογένειας που αντιδρά στον γάμο του «παλληκαριού» της με την πλούσια αστή. Δεν ήθελε, άρα, να μείνει μόνο σε αυτό, επεδίωκε κάτι ακόμα, που όμως, δεν ευοδώθηκε. Σκόπευε να συνθέσει μια αυθεντική ελληνική λαϊκή ερωτική τραγωδία «Ρωμαίου και Ιουλιέττας», αναπόσπαστα δεμένη με τη μουσική του Θεοδωράκη, που θα έκανε την υπέρβαση. Το σαιξπηρικό του πρότυπο ήταν, όμως, απ' τη μία, ασυμβίβαστο με τα ελληνικά δεδομένα, και η μουσική του Θεοδωράκη, από την άλλη, δεν αρκούσε για την υπέρβαση. Έτσι, ο Καμπανέλλης ουσιαστικά εγκατέλειψε. Θυμόμαστε σήμερα τη μουσική και τα τραγούδια του Θεοδωράκη, το έργο όμως λησμονήθηκε.
Με τα κομμάτια που πρόσθεσε στο έργο ο διασκευαστής και με άλλες παρεμβάσεις του το πράγμα κύλησε, φοβάμαι, σε αυτό ακριβώς που ο Καμπανέλλης ήθελε με κάθε τρόπο να αποφύγει: σε ένα δακρύβρεκτο «μελό» του ελληνικού κινηματογράφου της δεκαετίας του '60.
Η παράσταση, σε σκηνοθεσία του Τσιάνου, «ήρθε και έδεσε», έτσι, μέσα στο γενικό κλίμα «ρετρό» και νοσταλγίας «για τα παλιά» που προωθείται από ποικίλους ενδιαφερόμενους. Ο Τσιάνος το «πήγε» σε ένα μουσικοχορευτικό θέαμα, με ορχήστρα ζωντανή, α λα «Γουέστ Σάιντ Στόρι» αλλά και πάλι δεν του «βγήκε» Τι σχέση μπορεί να έχουν οι Πορτορικανοί περιθωριακοί με τους διωγμένους πρόσφυγες και τους κυνηγημένους αριστερούς της Δραπετσώνας; Οι μπαλετικές χορογραφίες του Φωκά Ευαγγελινού με τις ρωμέικες μουσικές του Θεοδωράκη; Χωρίς άξονα κεντρικό, χωρίς σκεπτικό, το «καράβι», μοιραία μπατάρισε. Τίποτα δεν δούλεψε σωστά. Οι ρυθμοί ήσαν ασύμπτωτοι και η ατμόσφαιρα παιδική. Το κλίμα στραβό, το 'φαγε ο γάιδαρος", που λένε.
Οι υποκριτικές χαρακτηρίζονταν από υφολογική διασπορά και αστοχία του υλικού τους. Το «κάστινγκ» δεν πέτυχε. Η καλή Μαρίνα Ασλάνογλου (Ξένια) ήταν έξω από το φυσικό της στίγμα μιας λαϊκής κοπέλας και ο ικανός ρολίστας Νίκος Ψαρράς (Αντρέας) μια «χλωμή» απεικόνιση του Γιώργου Φούντα της «Στέλλας». Ο ηθοποιός - ζογκλέρ Ταξιάρχης Χάνος (τρελός) παρέπεμπε σε συγκεκριμένη φιγούρα από δημοφιλή τηλεοπτική σειρά. Οι έμπειρες Ελένη Ουζουνίδου (κυρα - Χρυσή), Θάλεια Προκοπίου (Άννα), ο Χρήστος Νίνης (Ιορδάνης) και η Κατερίνα Γιαμαλή (κυρα Μαρία), έπαιζαν «από περιουσίας», ανακαλώντας αντίστοιχα πρόσωπα της συγγενικής, αλλά διαφορετικής επί της ουσίας «Αυλής των θαυμάτων». Ο Δημήτρης Δεγαΐτης στους δύο του ρόλους (Γιώργος και αστυνόμος) ερχόταν από τον ιταλικό νεορεαλιστικό κινηματογράφο. Η Άνδρη Θεοδότου (Φανή) δεν βρήκε τον γνωστό ρυθμό της και η Τάνια Παλαιολόγου (Τούλα) το οικείο της τέμπο. Ο Θοδωρής Μπουζικάκος (Κώστας) διέθετε ένα νεύρο και η Αναστασία - Ραφαέλα Κονίδη (Λενιώ) με το βιολί της δεν περνούσε απαρατήρητη. Περιορίζομαι, λόγω χώρου, στους κυριότερους ρόλους. Ο Ζαχαρίας Καρούνης είναι ένας καλός τραγουδιστής, αλλά για άλλου είδους μουσική.
Τα σκηνικά και τα κοστούμια του Άγγελου Μεντή ήταν σκόπιμα διαποτισμένα από αντίληψη εικαστική κηποθεάτρου της δεκαετίας του '70.