Του Ρήγα Αξελού
Καλοκαίρι του 1973. Σε ένα καμαρίνι του θεάτρου "Αθήναιον". Παράσταση Το μεγάλο μας τσίρκο. Μια μικροκαμωμένη κοπέλα με μακριά μαλλιά, σπινθηροβόλα μάτια, βλέμμα που ακτινοβολεί τρυφερότητα και αποφασιστικότητα, έχει έρθει επίσκεψη. Γνωριμία ζωής, ανεξίτηλη.
Σαράντα χρόνια από τότε, απόλυτης συναναστροφής.
Και πώς μεταμορφώνεται ένας άνθρωπος σε Άλλον.
Πώς σπουδάζεις τη ζωή με φάρο τη δική της διαδρομή.
Που τη διήνυσε σε μια ευθεία ελευθερίας χωρίς λοξοδρομίσματα, χωρίς μεταλλάξεις και ταλαντεύσεις.
Με υψηλό το αίσθημα της προσφοράς, σε δρόμους ανηφορικούς και δύσκολους, εκεί που νόμιζες πως το εύθραυστο αυτό σκαρί κάπου θα σκάλωνε.
Διηγήσεις για απομόνωση, ταράτσες, εικονικές εκτελέσεις, βασανιστήρια φρικτά, καταθέσεις δύσκολες και επίμονες σε όργανα που προκαλούσαν το δέος. Για όσους υπέφεραν μαζί της. Τη Νατάσα, τη Μαίρη, τη Μαρία και τις άλλες συγκρατούμενες. Με μια αποστασιοποιημένη αναπόληση, χωρίς ούτε μια μεταλλαγή στη χροιά της φωνής.
Με μια υποψία από δάκρυ στα μάτια, κάθε φορά που αναφερόταν στον Τάκη.
Με την υπερηφάνεια και την ευγένεια των αστικών καταβολών, άφοβη επαναστάτρια των πράξεων των μεγάλων, όχι των μικρών και των ασήμαντων.
Σου έδινε το χέρι εμπνέοντάς σου εμπιστοσύνη, ακολουθούσες το ασίγαστο πάθος της για δράση σε όλα τα επίπεδα. Γινόταν ο παντοτινός άνθρωπός σου, σε όπλιζε με επιχειρήματα, διαλεκτική σκέψη, αλλά και μεγάλο πείσμα.
Κι όταν η μεταπολίτευση έφερε μια άλλη ζωή, σε οδήγησε σε μονοπάτια που φώτιζαν άνθρωποι άλλης ράτσας, που έρχονταν από μακριά και πήγαιναν πιο μακριά από αυτό που μπορούσες να αντέξεις.
Στα δύσκολα -παρά τη γενική ευφορία- για τον συνδικαλισμό χρόνια της Μεταπολίτευσης, έδωσε μάχες αξεπέραστες σαν πρώτη εκλεγμένη γενική γραμματέας του ιστορικού ΣΕΗ, αχώριστο δίδυμο με τον Βάσο, παρά τις μίζερες μικροπολιτικές πολεμικές.
Κι ύστερα στο θέατρο με τη βαθιά φωνή της, πώς να ξεχάσεις εκείνες τις λεπτές χειρονομίες, τις όλο χάρη και αρμονία στην Αμάντα ή την άγρια σκληράδα της έκφρασής της στην Ανάκριση, υπόγειες διαδρομές με τα χρόνια πριν που ατρόμητη αντιμετώπιζε Καραπαναγιώτη, Μάλλιο και τους άλλους υπανθρώπους.
Και μετά ψυχή και σώμα αφοσιώθηκε, μέχρι όσο οι δυνάμεις της το επέτρεπαν, στα παιδιά-μαθητές της στο Πάντειο. Αυτά τα παιδιά με τα βουρκωμένα μάτια και τις καθάριες ψυχές που της τραγούδησαν την ώρα της ταφής της κεφαλονίτικα τραγούδια που τους είχε διδάξει. Και η ζωή της ένα μάθημα συνείδησης για όλους. Γιατί ποτέ δεν κατηγορούσε, η κριτική της απόλυτη, αλλά τόσο διακριτική και εμπεριστατωμένη που προκαλούσε σεβασμό. Δεν εκμεταλλεύτηκε συγγενικές σχέσεις. Δεν εξαργύρωσε τον προσωπικό ηρωισμό της. Δεν μεμψιμοιρούσε για τα ανήκεστα τραύματα, σωματικά και ψυχικά.
Ζούσε με μια αθόρυβη διακριτικότητα, με την αρχοντιά της ψυχής της, με όλα τα συστατικά που διακρίνουν τους ανθρώπους με καλλιέργεια, ταλέντο και παιδεία.
Το κέρδος είναι για όσους μάθαμε από την Κίττυ την πραγματική έννοια των λέξεων: Αγάπη, Αφοσίωση, Αλληλεγγύη, Ανιδιοτέλεια, Αγώνας, Αντίσταση, Απομόνωση, Αντοχή, Αξιοπρέπεια.
Κίττυ, σ' ευχαριστώ, γιατί χάραξες εν πολλοίς τον δρόμο τον δικό μου.