Live τώρα    
Το έργο του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Δημ. Λιγνάδη / Τι είναι οι Βάκχες;
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Το έργο του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Δημ. Λιγνάδη / Τι είναι οι Βάκχες;

Ο Ευριπίδης ήταν επηρεασμένος από τη «νεωτεριστική» σοφιστική σκέψη, δεν μπορούμε όμως να του αποδώσουμε αβασάνιστα την ιδιότητα του ακραιφνούς σοφιστή. Απόδειξη το στερνό του έργο, οι σκοτεινές, υπερβατικές και θεόληπτες «Βάκχες». Τι είναι οι «Βάκχες;» Ο Διόνυσος, ένας διπλός θεός, της ζωής και του Άδη, του φωτός και του σκότους, γιος του Δία, επιστρέφει στον γενέθλιο τόπο του, τη Θήβα, με τη συνοδεία του θιάσου των μαινάδων γυναικών ακολούθων του, για να διεκδικήσει την πατρότητά του. Ο Πενθέας τον αμφισβητεί, έρχεται σε σύγκρουση μαζί του και καταστρέφεται, μαζί με όλη την πόλη. Ο Θεός πέφτει βαρύς επάνω στους ανθρώπους και τους συνθλίβει. Μοιάζει σαν να λείπει εδώ το ανθρώπινο ανάστημα, της Αντιγόνης, ας πούμε, που «πήρε πάνω της», με δική της πρωτοβουλία, τον θεό στην ομώνυμη Τραγωδία του Σοφοκλή, σαν σωτήρια μείξη της θεϊκής με την ανθρώπινη υπόσταση, όταν αντιστέκεται στον τύραννο και θεομάχο Κρέοντα, σώζοντας έτσι τον πολιτισμό απ' τη βαρβαρότητα. Το υπαρξιακό ερώτημα που άνοιξε η Τραγωδία τώρα αναδιπλώνεται, στις «Βάκχες», και η πορεία του τραγικού ήρωα από τη διατεταγμένη θυσία στην αυτοθυσία, ανακόπτεται βίαια.

Κάτι σχετικό θέλει να μας μηνύσει ο ποιητής, την ώρα που γέρνουν προς τη δύση τους η Αθηναϊκή Δημοκρατία και η Τραγωδία μαζί: ότι κάθε φορά που ένας πολιτισμός επιχειρεί να «μεταφράσει» τον κόσμο σε αποκλειστικά λογικές (και λογιστικές) κατηγορίες, ορμούν μέσα από τις ρωγμές του συντεταγμένου λόγου οι ασύντακτες δομές της αγριότητας. Το έργο τελειώνει με μια ανάλογη, ρητή προφητεία. Ο Βυζαντινός πολιτισμός το πρόσεξε αυτό, και μας έδωσε τη μοναδική Χριστιανική Τραγωδία, με τον τίτλο: «Θεός Πάσχων», που περιέχει πολλά αποσπάσματα των «Βακχών».

Το είδε αυτό η σκηνοθεσία του Δημήτρη Λιγνάδη, στην ωραία μετάφραση του φιλόλογου Γιάννη Λιγνάδη, σε γλώσσα ερανισμένη από όλο το φάσμα της Ελληνικής λαλιάς, και θέλησε να δώσει το έργο ως την τραγωδία του τέλους της τραγωδίας, ή αν θέλουμε, ως μια οριακή μετατραγωδία. (Παραγωγή του Θεάτρου «Αργώ»). Νόμιμη άποψη, που υποστηρίχτηκε ως το τέλος, με την ωραία μικτή ζωντανή μουσική του Γιώργου Πούλιου, με τα εντυπωσιακά σκηνικά - κοστούμια της Εύας Νάθενα και με τους λειτουργικούς φωτισμούς του Φίλιππου Κουτσάφτη. Η είσοδος του Διόνυσου, όταν σκαρφαλώνει στον στύλο με τη στολή του ηλεκτρολόγου - μετεωρίτη για να τοποθετήσει τον λαμπτήρα και να «γίνει φως» (βλ. λήμμα «μετεωρίζω» στο λεξικό των Λίντελ - Σκότ, που σημαίνει επίσης, «συσκοτίζω»), παρά το πρώτο ξάφνιασμα, είναι εντυπωσιακή, και δικαιώνεται από την εξέλιξη. Ο πυκνός, ομοιογενής, εξαιρετικά δεμένος πολυφυλετικός χορός με σωματικότητα έκδηλη, αποδίδει καίρια μια μαιναδική τελετή, τονίζοντας ιδιαίτερα το σεξουαλικό στοιχείο, που δεν ήταν όμως, κυρίαρχο στον μαιναδισμό. Φαντάζομαι ότι ο σκηνοθέτης θέλησε εδώ να δώσει την τελετή ως μια φαντασίωση του ιδεοληπτικού και πουριτανού Πενθέα, που βλέπει παντού «όργια». Το εύρημα λειτούργησε θετικά, παρότι, πιστεύω, δεν ήταν απαραίτητος τόσος ρεαλισμός. Η πρόσθετη «παράβαση» με τις μάσκες να πέφτουν, αποκαλυπτική.

Το «ατού» της παράστασης είναι αδιαμφισβήτητα ο Σάκης Ρουβάς ως Διόνυσος, άμεσος, ευθύς, ρευστός και συγχρόνως χειροπιαστός, «με ύδωρ και με πνεύμα», θα ομονοούσαν οι Ορφικοί και οι Χριστιανοί μυστικοί. Μαζί με την υπέροχη Γιώτα Βέη, ως κορυφαία, φτιάχνουν ένα ασυναγώνιστο δίδυμο. Ο Πενθέας του Δημήτρη Πασσά δίνεται, ως ένας πείσμων μικρονοϊκός δικτατορίσκος τύπου λατινικού, και η κεντρική σκηνή της «παρένδυσης», ευτυχώς, δεν τον ευτελίζει. Ο Κάδμος του Γιάννη Καρατζογιάννη και ο Τειρεσίας της Ρούλας Πατεράκη, όπως σχεδιάστηκαν και παίχτηκαν, ως κωμικές παρεκκλίσεις, μου έδωσαν την εντύπωση μιας τραβηγμένης στα άκρα επιλογής. Η ανάνηψη του Κάδμου στο φινάλε και ο κομμός του, δεν αναίρεσαν αυτήν την πρώτη αντίληψη. Πόσο μάλλον που κόπηκε αδικαιολόγητα η τρομερή προφητεία του τέλους.

Η «Αγαύη» της Μαρίας Κίτσου είναι ακριβής, προσεχτική, με μέτρο. Ο θρήνος της ένα «διάδημα». Ο Α' αγγελιαφόρος (Μιχάλης Αλαφογιάν), και ο Θεράπων (Στέφανος Μουαγκέ), μέσα στο παιχνίδι. Ο Δημήτρης Λιγνάδης ως β' αγγελιαφόρος με νηφάλιο κλασικό λόγο σκοπίμως «κόντρα» στο ύφος της λοιπής παράστασης, επαναφέρει ως «δεινός οιακοστρόφος», επιδέξια, το μεθυσμένο καράβι της πολιτείας στα ίσα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0