Live τώρα    
Η "Γκόλφω" στην Επίδαυρο / Το παράδοξο του κωμειδύλλιου
  • Μείωση μεγέθους γραμματοσειράς
  • Αύξηση μεγέθους γραμματοσειράς
Εκτύπωση

Η "Γκόλφω" στην Επίδαυρο / Το παράδοξο του κωμειδύλλιου

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ: ΕΥΗ ΦΥΛΑΚΤΟΥ

Το κωμειδύλλιο και το δίδυμό του δραματικό ειδύλλιο έκαναν την εντυπωσιακή τους εμφάνιση στην Ελλάδα στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, φέρνοντας πρόσκαιρα μια άνοιξη των θεατρικών μας πραγμάτων, που κράτησε όμως λίγο. Χρησιμοποιώ στο εξής τον όρο «κωμειδύλλιο» ενιαία, για λόγους ευκολίας.

Το κωμειδύλλιο έρχεται, με την ανάσα του ρομαντισμού, σε μια εποχή διψασμένη για αλήθεια και αυθεντικότητα, που αναζητά το πρόσωπό της στο κάτοπτρο της λαϊκής παράδοσης, του δημοτικού τραγουδιού, των μύθων και των θρύλων, όπως συνέβη σε μια σειρά από χώρες της Ευρώπης.

Με το κωμειδύλλιο, συμβαίνει το εξής παράδοξο: πρόκειται αρχικά για μια δευτερογενή μίμηση θεατρικής φόρμας, συγκεκριμένα για μια πετυχημένη λόγια μίμηση λαϊκής φόρμας από ταλαντούχους αστούς συγγραφείς, η οποία απευθύνεται σε ένα ολιγάριθμο πεπαιδευμένο αστικό κοινό, ικανό να την αφομοιώσει και να προχωρήσει. Η λαϊκή φόρμα αποδεικνύεται όμως ισχυρότερη όλων των καλλιτεχνικών μιμητικών προθέσεων και επικρατεί, επιβάλλοντας τη δική της δυναμική, με αποτέλεσμα το είδος να αποκτήσει εφεξής τα χαρακτηριστικά ενός όντως λαϊκού θεάτρου, που απευθύνεται στους πάντες, ανεξαρτήτως κοινωνικής θέσης, τάξης, μόρφωσης κ.α. Επειδή έχει αυθεντικό μύθο. Το μεγάλο θέατρο είναι πάντα, από την άποψη αυτή, λαϊκό. ΄Οπως η αρχαία τραγωδία, όπως το Ελισαβετιανό, όπως το Ισπανικό του χρυσού αιώνα, και όπως το σύγχρονό μας θέατρο του Ίψεν.

Οι λόγοι που το κωμειδύλλιο είχε σύντομο βίο είναι πολλοί και ποικίλοι. Θα αναφερθώ μόνο σε έναν. Ανάμεσα στους κύριους ανταγωνιστές του είχε τη νεόκοπη, τότε, Ιψενική φόρμα ενός κατ' επίφαση μόνο αστικού θεάτρου, όπως τουλάχιστον το είχε προσλάβει η εποχή του, η οποία και εισήχθηκε, ίσως λίγο πρόωρα, στην Ελλάδα, με τον Κωνσταντίνο Χρηστομάνο κυρίως. Η οικονομική, και όχι μόνο, καταστροφή που υπέστη ο Χρηστομάνος, υπήρξε χρήσιμο μάθημα για τον άμεσο συνεργάτη του, Γρηγόριο Ξενόπουλο, που επινόησε έτσι μια φόρμα εντελώς αντίθετη του κωμειδυλλίου: μια τέλεια μίμηση της εξωτερικής αστικής θεατρικής φόρμας του «καλοχτισμένου» έργου, με περίβλημα ή κουκούλι «Ιψενικού», ψυχολογικού θεάτρου, αλλά με περιεχόμενο ποπουλίστικο, συγκινησιακό, σχεδόν μελοδραματικό, που απευθύνεται σε ένα μαζικό κοινό. Επικράτησε συντριπτικά ο Ξενόπουλος, δημιουργώντας ένα φαινόμενο που θα μπορούσαμε σήμερα να συγκρίνουμε άνετα με το δημοφιλές ορισμένων τηλεοπτικών σειρών.

Αυτή είναι, με λίγα λόγια, η μικρή ιστορία του ειδυλλίου, συναφής με την ιστορία του τόπου του.

Ο Σπύρος Περεσιάδης, με τη δραματική «Γκόλφω», που ποτέ δεν έχασε την δημοτικότητά της, μεταμορφούμενη συνεχώς, σε μυθιστόρημα, σε λαϊκό ρομάντσο, σε οπερέτα, σε άσμα δημοτικό, σε νούτικο μπουλούκι, σε ζακυθινή «ομιλία», σε αποκριάτικο δρώμενο, σε θέατρο σκιών, σε κινηματογραφική ταινία, είναι μια κορυφαία στιγμή του θεατρικού αυτού είδους. Τα ονόματα των ηρώων της έχουν γίνει παραδοσιακά. Γραμμένη το 1893, είναι πράγματι, χωρίς ενδοιασμούς, μια λαϊκή τραγωδία σε αδιατίμητο δεκαπεντασύλλαβο, με συγκροτημένη δομή, με ήθος, διάνοια, μύθο, επεισόδια, χορό, και όλα όσα συγκροτούν την αρχαιοελληνική τραγωδία.

Η παράσταση του Νίκου Καραθάνου με το Εθνικό Θέατρο, στο πλαίσιο των φετινών Επιδαυρίων, είναι μια στιγμή νίκης, του παραγνωρισμένου συγγραφέα, του παρεξηγημένου και περιφρονημένου ως «λαϊκού» είδους, αλλά και του ελληνικού πολιτισμού γενικότερα. Η εμπνευσμένη σκηνοθεσία του Καραθάνου μέσα από το κείμενο του Περεσιάδη πετυχαίνει να δώσει ένα ολοκληρωμένο μουσικοθεατρικό πανόραμα Ιστορίας. Επειδή η Ιστορία δεν είναι μόνο μια αφήγηση, είναι (ιδίως) μια σκηνοθεσία. Ο Καραθάνος το κατάλαβε αυτό και έδωσε το έργο χωρίς φολκλορισμούς ή ψευτοηθογραφικά στοιχεία: ως μια διαχρονική λαϊκή, τραγική, ιστορική, διαρκή, ποιητική αφήγηση - σκηνοθεσία σε ύφος λαϊκού δρώμενου, που διαλέγεται, «κάνει χημεία» με τον χρόνο και με τον τόπο. Μια αποθέωση του απόλυτου ήθους και μια επίκληση της ραγισμένης ανθρωπιάς, κάτι που μας χρειάζεται επειγόντως σήμερα.

Mε την ωραία και απέριττη μουσική του Άγγελου Τριανταφύλλου, την εκπληκτική χορογραφία της Αμάλια Μπένετ και τα σισύφεια, «στοιχειωμένα», κυλιόμενα σκηνικά, «μαύρη πέτρα», της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου. Με μια ισοδύναμη, τέλεια δεμένη πλειάδα λαμπρών ηθοποιών, που παίζουν όργανα, χορεύουν, τραγουδούν, υποδύονται και αλληλοσυμπληρώνονται, τόσο, ώστε προτιμώ να αποφύγω τις ατομικές αξιολογήσεις. Είναι οι : Αλίκη Αλεξανδράκη, Λυδία Φωτοπούλου, Εύη Σαουλίδου. Άγγελος Τριανταφύλλου, Χριστίνα Μαξούρη, Γιάννης Κότσιφας, Άγγελος Παπαδημητρίου, Γιάννης Βογιατζής, Νίκος Καραθάνος, Χάρης Φεαγκούλης, Μιχάλης Σαράντης, Γιώργος Μπινιάρης και Μαρία Διακοπαναγιώτου.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΓΝΩΜΕΣ

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

EDITORIAL

ΑΝΑΛΥΣΗ

SOCIAL

ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΣΥΝΔΡΟΜΩΝ
ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ 2.0