Ο Έρωτας του Δον Περλιμπλίν και της Μπελίσα στον κήπο του - μια ερωτική αλληλούια, όπως είναι ο πλήρης τίτλος του έργου του Λόρκα, γράφτηκε το 1927. «Αλληλούιες» (Aleluyas) ονόμαζαν στην Ισπανία τον 19ο αιώνα κάποια μεγάλα, τυπωμένα εικονογραφημένα μονόφυλλα, που κυκλοφορούσαν σε γιορτές και πανηγύρια. Περιείχαν μια ιστορία μοιρασμένη σε «καρέ», η οποία αφηγούνταν τις κωμικές περιπέτειες του ίδιου πάντοτε ήρωα, που ονομαζόταν Περλιμπλίν.
Η «σκούφια» αυτού του Περλιμπλίν κρατά από μια φαμίλια θεατρικών τύπων που η μακρινή της ρίζα χάνεται στα βάθη του χρόνου: στο λαϊκό κουκλοθέατρο, στην κομέντια, στη μεσαιωνική φάρσα, στους ρωμαϊκούς μίμους, στις ιταλιώτικες ατελάνες και στη Νέα Κωμωδία.
Ο Περλιμπλίν των aleluyas διαθέτει τίτλο ευγενείας, είναι γέρος, πελώριος, άσχημος, χονδροκομμένος, φιλοχρήματος, λάγνος και εκμεταλλευτής. Έχει πάρει για γυναίκα του μια πανέμορφη, νέα φτωχή κοπέλα, που δεν τον αγαπά και είναι κρυφά ερωτευμένη με έναν όμορφο φτωχό νέο. Αλλά ο ζηλιάρης άντρας της την κρατάει κλειδωμένη στο σπίτι. Στο τέλος πάντα, όμως, ο κακός Περλιμπλίν βρίσκει τη δίκαιη τιμωρία του και το ερωτευμένο ζευγάρι την ευτυχία στην ένωσή του.
O Λόρκα στο Περλιμπλίν και Μπελίσα δανείζεται την ιστορία της λαϊκής φυλλάδας, αλλά μόνο για να την ανατρέψει εκ βάθρων και για να της δώσει τραγικό περιεχόμενο. Ο ερωτευμένος... με την άκαρδη Μπελίσα, Περλιμπλίν έχει συλλάβει το σχέδιο... να μεταβληθεί ο ίδιος σε έναν αόρατο, παθιασμένο εραστή της γυναίκας του και αντίζηλο του εαυτού του! Αρχίζει να περνά κάτω από τα ίδια του τα παράθυρα μεταμφιεσμένος και αγνώριστος, τυλιγμένος μέσα σε μια κόκκινη κάπα, και να της στέλνει ανώνυμα, φλογερά γράμματα που ερεθίζουν τη φαντασία της τόσο πολύ, ώστε καταλήγει να ερωτευτεί, για πρώτη φορά στη ζωή της, έναν άγνωστο άνδρα, που δεν έχει δει ποτέ το πρόσωπό του.
Το σχέδιο πετυχαίνει, καθώς η ξαναμμένη από ανεκπλήρωτο πόθο Μπελίσα περιμένει στον κήπο της, μεσάνυχτα, τον μυστηριώδη νυμφίο, που ο άντρας της κυνηγά για να σκοτώσει. Ο νυμφίος, πράγματι, φτάνει στην ώρα του, τυλιγμένος στην κόκκινη κάπα του, κι όταν ανοίγει η κάπα, ο σύζυγος - εραστής σωριάζεται κάτω με ένα μαχαίρι στο στήθος που έχει μόνος του καρφώσει! Νεκρός κατορθώνει εκείνο που ως ζωντανός δεν μπορούσε. Να δώσει στην άψυχη, ξύλινη κούκλα, την Μπελίσα, ό,τι ακριβώς της λείπει: τη γυναικεία της ψυχή και υπόσταση.
Αυτή είναι, σε πολύ γενικές γραμμές, η υπόθεση του έργου, που συνδυάζει ποίηση και φαντασία. Γραμμένο «για κούκλες», πρέπει να παίζεται από ηθοποιούς... που παίζουν τις κούκλες. Η παράσταση στο Θέατρο του Άλσους Βεΐκου δόθηκε σε σκηνοθεσία του Δήμου Αβδελιώδη, στην κλασική μετάφραση του Νίκου Γκάτσου, που δεν είναι όμως ταμπού ούτε αλάνθαστη και πρέπει, τουλάχιστον σε ορισμένα σημεία, ειδικά στο φινάλε, να αναθεωρηθεί.
Η σκηνοθετική προσέγγιση, σε ύφος κουκλοθέατρου, με τους ηθοποιούς να μιμούνται τις κινήσεις της αιωρούμενης κούκλας, νομίζω ότι σε γενικές γραμμές αποδίδει το πνεύμα του έργου. Αλλά αυτό πρέπει να είναι αυστηρά εντοπισμένο. Απ' τα μισά τουλάχιστον του έργου, ο Περλιμπλίν, λόγω του έρωτά του που τον ελευθερώνει, μεταμορφώνεται. Αποβάλλει την ιδιότητα του φασουλή, γίνεται ένα κανονικό ανθρώπινο πλάσμα. Κάτι που δεν δείχθηκε στην παράσταση. Ούτε τα χρυσά του κέρατα είδαμε. Τι έγιναν; Επίσης, η κούκλα (κυριολεκτικά και μεταφορικά) Μπελίσα πρέπει να προβάλλει μια ιδιαιτέρως έντονη σωματικότητα. Η έντονη σωματικότητα της Δήμητρας Ματσούκα δεν αμφισβητείται, αλλά η υπερβολικά πεποικιλμένη ενδυμασία και η ανάλογη μάσκα (Αριστείδης Πατσόγλου) την απέκρυψαν από τα γόνατα και άνω και την αδίκησαν... Διαθέτει, εκτός από ωραία πόδια, και ένα εκφραστικό πρόσωπο...
Ο Στέλιος Μάινας (Περλιμπλίν) νικά τον φορμαλισμό του ενδύματος, της μάσκας και του στιλιζαρίσματος, τον φόβο της σωματικότητας, τα «διατρυπά» με την υποκριτική του προσωπικότητα, και βγάζει προς τα έξω ένα αναγνωρίσιμο τραγικό πρόσωπο. Γίνεται μπροστά μας... από φασουλής άνθρωπος. Κάτι που δεν καταφέρνουν οι στατικές Ελένη Καστάνη και Βιργινία Ταμπαροπούλου. «Εντάξει» η ζωντανή μουσική, με όλη την ποικιλία της (Βαγγέλης Γιαννάκης), αλλά να μην πνίγει τα λόγια.