«Όταν κλείνει μια πόρτα ανοίγει ένα παράθυρο», διακήρυττε μετά βεβαιότητος η Julie Andrews στη Μελωδία της ευτυχίας. Στην περίπτωση του θεάτρου Πόρτα (και της Μικρής Πόρτας μαζί), η ανακοίνωση, λιτή και περιεκτική, έβαλε άνω τελεία στις δραστηριότητες μιας από τις σημαντικότερες σκηνές στον μεταπολιτευτικό πολιτιστικό χάρτη. Στον δραστήριο και εύκρατο θεατρικά Ιούλιο η ανακοίνωση για την αναστολή της λειτουργίας του θεάτρου Πόρτα έρχεται να υπενθυμίσει με διεισδυτική διακριτικότητα δύο καθοριστικές παραμέτρους που κανοναρχούν κάθε πολιτιστικό προϊόν και μάλιστα κάθε θεατρική παραγωγή που γίνεται με αγάπη, αλήθεια, κόπο και φυσικά με επαγγελματική ευσυνειδησία.
Η κυρία Ξένια Καλογεροπούλου έθεσε απλά και ξεκάθαρα τους άξονες που οδήγησαν στην απόφασή της: Την ανάγκη αναθεώρησης των παραστασιακών στρατηγικών και την επαναπροσέγγιση ειδικά του παιδικού θεάτρου και, φυσικά, την οικονομική καταχνιά. Δεν ξέρω αν πέρα από αυτούς τους πολύ σοβαρούς και πολυδιάστατους λόγους υπάρχουν και δεύτερες ή τρίτες λογικές ακολουθίες που οδήγησαν την κυρία Καλογεροπούλου σε αυτήν την, ομολογουμένως «δίκοπη», απόφαση. Τα δύο ζητήματα που τίθενται λακωνικά αποτελούν από μόνα τους βασικά πεδία έντονου προβληματισμού και αντινομιών.
Πρώτο και πολύ σημαντικό είναι η παράδοξα ομογενοποιητική ετερογένεια και η σχεδόν αποσυνθετική πολυμορφία που χαρακτηρίζει το σύγχρονο θέατρο και αναπόφευκτα το σύγχρονο παιδικό θέατρο. Πειραματισμοί με τη φόρμα και το περιεχόμενο έχουν φέρει στην επιφάνεια του παραστάσιμου μια μεγάλη ποικιλία από στιλ και σκηνοθετικές - υποκριτικές προσεγγίσεις. Η ευρύτατη χρήση της τεχνολογίας, η εύφορη μείξη κινηματογραφικών τεχνικών με παραδοσιακές θεατρικές εκφορές, τα θεάματα συμβαντολογικού χαρακτήρα (τύπου happening), η διάχυση του θεατρικού και επιτελεστικού τρόπου σε όλη τη δημόσια δράση, καθώς και η στοιχειώδης θεατρική παιδεία ως συστατικό της βασικής εκπαίδευσης (έστω κι αν επιτελείται άναρχα, ευκαιριακά και χωρίς σοβαρή κρατική μέριμνα) συνιστούν ένα πεδίο εντός του οποίου οι δημιουργοί μπορούν να χρησιμοποιήσουν από εμπνευσμένα έως ατελώνιστα τα μέσα που έχουν στη διάθεσή τους, ενώ οι θεατές καλούνται να επιλέξουν από μια μεγάλη γκάμα θεαμάτων και δρώμενων. Τούτο είναι θετικό στον βαθμό που το θέατρο ανανεώνεται και επικοινωνεί ισότιμα με τη διεθνή σκηνή, αλλά και με τη συλλογική ιστορική ταυτότητα. Από την άλλη πλευρά, ωστόσο, το κοινό και μάλιστα το κοινό μιας μικρής αγοράς θεάματος (για να μιλήσουμε και με όρους βασικών οικονομικών) επιλέγει σαστισμένο από την υπερπροσφορά, όχι πάντα με γνώμονα την ποιότητα, αλλά με βάση καταναλωτικές τακτικές και διαφημιστικές διακηρύξεις.
Έτσι, η δισκελής ανακοίνωση του θεάτρου Πόρτα, εκτός από την ηθελημένη καλλιτεχνική και υλική ανασύνταξη που κοινοποιεί, αναδεικνύει απερίφραστα τις βασικότερες παραμέτρους που μπορούν πολύ εύκολα να οδηγήσουν από τη δημιουργία στην κρίση. Κρίση που αφορά το πολιτιστικό προϊόν και την ανάγκη σύστασης νέων θεωρήσεων -επομένως, μιας καλλιτεχνικής οντολογίας-, πέρα από τις ασθένειες του μοντέρνου και του μεταμοντέρνου, αλλά και την ανάγκη καθιέρωσης ενός οικονομικού μοντέλου που θα αποτελεί μείγμα κρατικής μέριμνας και ιδιωτικής πρωτοβουλίας, χωρίς τις παθογένειες του παρελθόντος. Η προσπάθεια μπορεί να ευδοκιμήσει. Αλλά κανένα θέατρο και καμιά πολιτιστική δομή δεν μπορεί να μακροημερεύσει αν δεν γίνει κατανοητό ό,τι αναφέρει με σαφήνεια ο Νέλσον Γκούντμαν. Δηλαδή ότι «...ο πολιτισμός νοείται όχι μόνον ως το στατιστικό σύνολο των καλλιτεχνικών ενεργειών, που μάλιστα χρηματοδοτούνται από κάποια πολιτιστικά ιδρύματα ή κρατικούς και πολιτικούς φορείς, αλλά πολιτισμός είναι και το ίδιο το χρηματοδοτικό γεγονός, οι σημασιακές εκφορτίσεις του και η πολιτική βούληση που συμπυκνώνεται στη χρηματοδοτική πράξη».
* Η Ελευθερία Ράπτου είναι θεατρολόγος, υπ. διδάκτωρ Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ